4 Ιουλίου, 2022 17:45

To Ιράν κατηγορεί το Φεστιβάλ Καννών ότι βράβευσε μια «μεροληπτική και πολιτική» ταινία

Το Ιράν κατήγγειλε το «μεροληπτικό και πολιτικό» εγκώμιο που επιφύλαξε το Φεστιβάλ των Καννών στην ταινία «Οι νύχτες της Μασχάντ» που αφηγείται την ιστορία ενός σίριαλ κίλερ ιερόδουλων στην Ισλαμική Δημοκρατία.

Το γαλλικό φεστιβάλ βράβευσε προχθές, Σάββατο, την Ιρανή ηθοποιό Ζαρ (Ζάχρα) Αμίρ Εμπραχίμι με το βραβείο γυναικείας ερμηνείας για τον ρόλο της στο θρίλερ του ιρανικής καταγωγής σκηνοθέτη Αλί Αμπάσι, «Holy Spider». Στα γαλλικά ο τίτλος είναι «Les nuits de Mashhad» (“Οι νύχτες της Μασχάντ”).

Η ταινία διαγράφει την πορεία του δολοφόνου 16 ιερόδουλων, ο οποίος στη δίκη του δηλώνει ότι ήθελε να καθαρίσει από την ανηθικότητα τους δρόμους της Μασχάντ, μιας από τις ιερές πόλεις του σιιτισμού, στο βορειοανατολικό Ιράν.

Ο Οργανισμός κινηματογραφίας του Ιράν, που συνδέεται με το υπουργείο Πολιτισμού, επέκρινε έντονα το φεστιβάλ των Καννών που «προέβη σε μια μεροληπτική και πολιτική ενέργεια πλέκοντας το εγκώμιο μιας ψεύτικης και αηδιαστικής ταινίας», σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση.

Σύμφωνα με το κείμενο, η ταινία «Οι νύχτες της Μασχάντ» παρουσιάζει μια «διαστρεβλωμένη εικόνα της ιρανικής κοινωνίας και προσβάλλει ανοιχτά τις υπερβατικές θρησκευτικές πεποιθήσεις των σιιτών».

Η απάντηση του Φεστιβάλ των Καννών

Σύμφωνα με τον οργανισμό, η ταινία «ακολουθεί τον δρόμο που πήρε ο Σαλμάν Ρούσντι στους Σατανικούς Στίχους», μια παραπομπή στον Βρετανό, ινδικής καταγωγής συγγραφέα και στο έργο του.

Ο ιδρυτής της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, είχε χαρακτηρίσει το βιβλίο βλάσφημο και είχε εκδώσει το 1989 φάτουα καλώντας για τη δολοφονία του Ρούσντι.

Στις «Νύχτες της Μασχάντ», η Ζαν Αμίρ Εμπραχιμί υποδύεται μια δημοσιογράφο που προσπαθεί να διαπεράσει το μυστήριο των φόνων αυτών αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με τον σεξισμό μιας ιρανικής πατριαρχικής κοινωνίας.

Η σταδιοδρομία της ηθοποιού διακόπηκε ξαφνικά το 2006 λόγω ενός σεξουαλικού σκανδάλου, αναγκάζοντάς την να εγκαταλείψει τη χώρα της για τη Γαλλία δύο χρόνια αργότερα.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ

Life & Culture