20 Ιούνιος, 2021 22:14

Life & Culture

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος… de profundis

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, “Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί” από τις εκδόσεις Κέδρος, συναντήσαμε τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο και είχαμε μαζί του μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.


Πώς γεννήθηκε η ιδέα της συγγραφής του “‘Ο,τι καλύτερο μου έχει συμβεί”; Λειτούργησε μέσα σας ως ανάγκη απολογισμού, καταγραφής, επαναπροσδιορισμού, επανεκκίνησης; Και μέχρι ποιου σημείου μπορεί ένας συγγραφέας να είναι αποκαλυπτικός και εξομολογητικός για θέματα απολύτως προσωπικά;

Όπως και με τα μυθοπλαστικά βιβλία μου, μου το υπαγόρευσε κάτι βαθύτερο. Είχε φτάσει η ώρα προφανώς. Μετά τα εξήντα κάνεις σχεδόν υποχρεωτικά έναν απολογισμό ζωής. Έδωσα συνειδητά έμφαση σε «ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί». Όσο για τον βαθμό ειλικρίνειας, εξαρτάται από τον κάθε άνθρωπο. Κάποιοι πρέπει πρώτα να μεθύσουν για να σου ανοιχτούν έστω και λίγο. Άλλοι πάλι είναι λες και τους βάφτισαν όχι σε νερό, αλλά στον ορό της αλήθειας. Κατά τον Κούντερα, ο απολύτως φιλαλήθης είναι τέρας. Κατά τον Ηλία Πετρόπουλο, «η Αλήθεια είναι ιερή». Αντιμετωπίζοντας επιλεκτικά το υλικό μου, ελπίζω ότι βρήκα μία μέση οδό.

Μας περιγράφετε στο πρώτο κιόλας κείμενο του βιβλίου σας το πώς περάσατε από την αίσθηση της αδικίας που νιώθατε στη συνειδητοποίηση του «κανείς δε μου χρωστάει τίποτα» μέσω της γνωσιακής – συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας στην οποία υποβληθήκατε για ένα εξάμηνο. Μιλήστε μας περισσότερο για αυτό.

Δεν σταμάτησα στο «κανείς δεν μου χρωστάει τίποτα». Όπως πολύ σωστά το έθεσε η ψυχοθεραπεύτριά μου, κι αυτό εγωιστικό είναι: «Ποιος είσαι εσύ, για να σου χρωστάνε ή να μη σου χρωστάνε; Ξεκόλλα από τον εγωισμό σου και χώνεψε την πικρή αλήθεια. Είσαι μία ελάχιστη μονάδα, κυριολεκτικά ένα τίποτα. Αυτή η συνειδητοποίηση, αυτή η ψυχρολουσία, θα σου αποκαλύψει την πραγματική σου θέση μες στο σύμπαν». Ωστόσο, από το να σου πουν μια τέτοια άποψη μέχρι να τη χωνέψεις, και πολύ περισσότερο να την εφαρμόσεις στην πράξη, η απόσταση είναι μεγάλη. Θέλει κόπο και χρόνο για να τα καταφέρεις, και αν.

Μέσα από τις έως τώρα εμπειρίες σας, ποιες είναι τελικά οι βλαβερές συνέπειες της συγγραφής; Θα την κατατάσσατε στα «βαρέα ανθυγιεινά»;

Όπως όλα σ’ αυτή τη ζωή, το λογοτεχνικό γράψιμο έχει βλαβερές και ευεργετικές συνέπειες. Μάλιστα, όσο πιο πολλές οι βλαβερές συνέπειες, τόσο πιο πολλές και οι ευεργετικές. Επίσης, εξαρτάται από τον συγγραφέα, αλλά και από την εποχή. Στον Εμφύλιο ή επί Χούντας, φέρ’ ειπείν, μπορούσε κανείς να τιμωρηθεί για τα γραπτά του με θάνατο, εξορία ή βασανιστήρια. Και ταυτόχρονα προβιβαζόταν ο ίδιος σε ήρωα και τα βιβλία του σε ευαγγέλια.

Πώς λειτουργεί σε εσάς η πάροδος του χρόνου σε σχέση με την αλήθεια και την κρυφή ουσία των πραγμάτων;

Η πείρα δεν προέρχεται από την επανάληψη, αλλά από το γεγονός ότι μειώνεται η άμμος στην κλεψύδρα της ζωής μας. Αυτό είναι που μας κάνει ―όχι όλους δυστυχώς― ώριμους και θυμόσοφους και ουσιαστικούς, τουλάχιστον περισσότερο από όσο ήμασταν νεότεροι.

Τι επιδιώκετε μέσα από την συγγραφή βιβλίων; Πώς αυτό επηρεάζει τον τρόπο γραφής σας;

Ακόμη και μετά από σχεδόν τριάντα βιβλία, αγνοώ στο βάθος γιατί γράφω. Κατά καιρούς υποπτεύομαι διάφορα (ας πούμε, για να «λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση», όπως θα έλεγε ο Ελύτης), καμία εξήγηση όμως δεν μου φαίνεται επαρκής. Η καλλιτεχνική δημιουργία παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του σύμπαντος.

Ας προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε κατά πόσο ισχύει ο χαρακτηρισμός που ακολουθεί τα έργα σας ως «σεξουαλικά», αν όχι «πορνογραφικά» γραπτά. Πώς αυτός συνδέεται – αν συνδέεται – με την μοναξιά του ατόμου αλλά και το ζήτημα της γλώσσας;

«Πορνογραφικό» χαρακτηρίζεται συνήθως οποιοδήποτε γραπτό ζωντανεύει σεξουαλικές σκηνές, ακόμη κι όταν δεν πρόκειται για έρωτα με πόρνες. Σκοπός αυτής της παραχάραξης, κατά τον Ηλία Πετρόπουλο, είναι να απαξιωθεί η εν λόγω θεματολογία. Από τα περίπου είκοσι μυθοπλαστικά έργα μου, μεγάλες δόσεις σεξ περιέχουν λιγότερα από τα μισά. Και φυσικά είναι γραμμένα με τη σχετική αθυροστομία. Η άνοδος της ανάλογης θεματολογίας παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια, ίσως οφείλεται στον ατομικισμό που κυριαρχεί στις σύγχρονες κοινωνίες και στην αντικατάσταση κάθε άλλης αξίας με το χρήμα. Αποκλεισμένο στο ιδιωτικό του σύμπαν, το μοναχικό άτομο μπορεί ευκολότερα να έρθει αντιμέτωπο με τον βαθύτερο πυρήνα της ανθρώπινης ύπαρξης, που ως γνωστόν αποτελείται από (βία και) σεξ.

Ας προχωρήσουμε λίγο περισσότερο: κατά τη γνώμη σας, η λογοτεχνική πορνογραφία μπορεί να θεωρηθεί επαναστατική πράξη;

Η έκφραση «επαναστατική πράξη» είναι μάλλον βαρύγδουπη. Αρκεί να πούμε ότι πρόκειται για μια αντισυμβατική στάση, η οποία κοστίζει στον συγγραφέα σεξουαλικών σκηνών ένα είδος περιθωριοποίησης. Παραπέμπω στο «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί»: «Το μεν λογοτεχνικό και κοινωνικό κατεστημένο θα τον αποστραφούν και θα τον λοιδορήσουν, αν δεν αποσιωπήσουν και αυτόν και το έργο του. Το δε νωθρό και συντηρητικό ευρύ αναγνωστικό κοινό είναι βέβαιο ότι θα του γυρίσει την πλάτη. Γι’ αυτό και πολλοί φιμώνονται ή αυτολογοκρίνονται».

Με τον Μένη Κουμανταρέα σας συνέδεε μια βαθιά φιλία. Γνωρίζοντας τον άνθρωπο αλλά και το συγγραφέα Κουμανταρέα, πώς θα λέγατε ότι λειτουργεί το στοιχείο της λαγνείας στη λογοτεχνία του και στη δική σας;

Ο Μένης ‒για τον οποίο μιλάω αναπόφευκτα στο βιβλίο μου, αφού περιλαμβάνεται κι αυτός στη λίστα με «ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί»‒ ήταν προπαντός ο Μεγάλος Ερωτικός, όπως θα έλεγε και ο δικός του φίλος και μέντορας, ο Μάνος Χατζιδάκις. Όχι τόσο στα γραπτά του, όσο στη ζωή του. Επίσης είχε το σπάνιο χάρισμα, ως δάσκαλος στη λογοτεχνία, να θέλει να διδάσκεται από τους μαθητές του. Θυμάμαι ακόμη τον παράδοξο συνδυασμό τρυφερότητας και αυταρχισμού που τον χαρακτήριζε. Καθώς και ότι ήταν ένας ευπατρίδης μεγαλοαστικής καταγωγής, ερωτευμένος με τους λαϊκούς ανθρώπους. Ένας άνθρωπος από πολλές πλευρές κερδισμένος, που τασσόταν ανενδοίαστα και ανυποχώρητα με το μέρος των χαμένων και των αδικημένων.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να ασχοληθείτε, εκτός από το γράψιμο, με τα μαθήματα δημιουργικής γραφής;

Σε ένα πρώτο επίπεδο, με τη διδασκαλία της δημιουργικής γραφής καλύπτω βιοποριστικές μου ανάγκες. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, όμως, λειτουργεί ως μια μορφή κοινωνικότητας. Κατ’ ουσίαν πρόκειται για αντίδοτο στη μοναξιά και στον κατ’ οίκον περιορισμό όπου καταδικάζεται κάθε υπερβολικά παραγωγικός συγγραφέας.

Ποιοι συγγραφείς θεωρείτε ότι σας έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα και σας σφράγισαν ως συγγραφέα;

Η πιο πρόσφατη περίπτωση είναι ο νομπελίστας Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, τον οποίο ανακάλυψα δυστυχώς με καθυστέρηση. Έργα του που νιώθω ότι με διαπότισαν, όπως το νερό της βροχής το ξερό χώμα, είναι το πρώιμο, σύντομο μυθιστόρημά του «Εχθροί, μια ερωτική ιστορία», καθώς και το αριστουργηματικό κύκνειο άσμα του «Σκιές στον ποταμό Χάντσον». Και ασφαλώς διάφορες συλλογές διηγημάτων του ―γιατί ίσως είναι ανώτερος ως διηγηματογράφος―, από το «Ένας φίλος του Κάφκα» μέχρι τον «Θάνατο του Μαθουσάλα». Να φανταστείτε ότι έγραψα ήδη ορισμένα διηγήματα επηρεασμένα από το ιερό αυτό τέρας.

Ας περάσουμε στους γονείς σας και κυρίως στον ρόλο που διαδραμάτισαν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας σας. Ήθελαν να γίνετε συγγραφέας; Σας ενθάρρυναν προς αυτή την κατεύθυνση;

Oι γονείς μου, και ιδίως ο πατέρας μου, διάβαζαν λογοτεχνία. Κι αυτό είναι κάτι που πάντα ωθεί ένα παιδί, αν και όχι αναγκαστικά, να καλλιεργήσει την επαφή του με το διάβασμα. Όταν έμαθαν ότι έγραφα και είδαν δημοσιευμένα κείμενά μου, και μάλιστα σε μεγάλα έντυπα εκείνης της εποχής, όπως το περιοδικό «Ταχυδρόμος», χάρηκαν. Μολονότι, λοιπόν, με ενθάρρυναν να γράφω, εναντιώθηκαν σθεναρά στην απόφασή μου να ασχοληθώ επαγγελματικά με το γράψιμο. Φτάσαμε στο σημείο να διακόψουμε κάθε σχέση για περίπου έξι χρόνια. Ο φόβος τους ότι θα πεθάνω στην ψάθα, τους έκανε σκληρούς απέναντί μου, μήπως και με μεταπείσουν ή με αποτρέψουν. Η στάση τους είχε σαν αποτέλεσμα να πεισμώσω και να εμμείνω στην απόφασή μου. Σήμερα πιστεύω ότι οι ευαισθησίες και των δυο τους με διαμόρφωσαν σε μεγάλο βαθμό, δημιουργώντας μου το κατάλληλο ψυχικό υπέδαφος για να γράψω.

Πώς βλέπετε τους νέους λογοτέχνες σε σχέση με τους παλιούς; Ποια η συμπεριφορά τους σε σχέση με τους παλιούς;

Σήμερα δημοσιεύουν πολλοί περισσότεροι, σε σύγκριση με ό,τι συνέβαινε προ τεσσαρακονταετίας που έκανα τα πρώτα μου βήματα. Και παρότι δεν είναι ασφαλώς όλες οι προσπάθειες σημαντικές, η αίσθησή μου είναι ότι κάποιοι γράφουν ίσως με μεγαλύτερη εκφραστική άνεση από εμάς. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά οι νέοι δημιουργοί, όχι μόνο οι λογοτέχνες, όντας εκπρόσωποι μιας ατομικιστικής γενιάς, εκφράζουν και απευθύνονται στον μικρόκοσμό τους και όχι σε όλους, έστω και δυνητικά. Ευτυχώς, υπάρχουν ανάμεσά τους και οι εξαιρέσεις. Εκείνοι που το έργο τους ανοίγεται σε ολόκληρη την κοινωνία, και αυτοί πιστεύω ότι θα πάρουν τη σκυτάλη και θα μεσουρανήσουν αργά ή γρήγορα.

Τι θα λέγατε για την Ελλάδα του σήμερα, την Ελλάδα που εδώ και μία δεκαετία περνάει δια πυρός και σιδήρου, με αποκορύφωμα τον τελευταίο χρόνο της πανδημίας;

Ιδού τι γράφω, σχετικά με ό,τι με ρωτάτε, στο βιβλίο μου: «Ολόκληρη η κοινωνία μοιάζει σήμερα με ναυάγιο, λόγω της οικονομικής κρίσης προφανώς, γονατισμένη, μισοδιαλυμένη, ρημαγμένη. Και αυτό που την κάνει, προπαντός, να μοιάζει με ναυάγιο δεν είναι τόσο η πτωχοποίησή της, όσο το γεγονός ότι δεν έχει βρει με τι να αντικαταστήσει την αξία του χρήματος, με την οποία της έχουν πάρει τα μυαλά και, ακόμη χειρότερα, την ψυχή. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης είχα αφελώς πιστέψει ότι μας δινόταν η τέλεια, η ιδανική, η ανέλπιστη ευκαιρία να αλλάξουμε προσανατολισμό και αξίες, αν όχι συλλογικά, τουλάχιστον αρκετοί από εμάς, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Όμως διαψεύστηκα οικτρά και, αντί για όσα περίμενα, είδα το “εμείς” να παραμένει προσκολημμένο στην προηγούμενη, ολέθρια στάση του. Είδα –και ακόμη βλέπω δυστυχώς– τους ανθρώπους γύρω μου να περιφέρονται σαν “καταναλωτικά ορφανά”, βουλιάζοντας στη μιζέρια και στην κακομοιριά, μόνο και μόνο επειδή δεν έχουν αρκετά χρήματα για να αγοράσουν γκάτζετ υψηλής τεχνολογίας και όσα άλλα, κατά βάσιν άχρηστα, αντικείμενα επιτάσσει το σύστημα να καταναλώνεις, δημιουργώντας σου ψεύτικες ανάγκες».

Ποιος ο ρόλος των γυναικών τόσο στη ζωή όσο και στη λογοτεχνία σας;

Θαυμάζω τις γυναίκες και από πολλές πλευρές τις θεωρώ ανώτερες από τους άντρες. Είναι πιο περίπλοκα πλάσματα, με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση και ευφυΐα. Επιπλέον ζούμε στην εποχή τους: το ανδρικό πρότυπο περνάει κρίση, ενώ οι γυναίκες ακολουθούν ανοδική πορεία. Όπως λέει κι ένα γνωστό σύνθημα, «το μέλλον είναι γυναίκα». Από τα παιδικά μου χρόνια ακόμη, μου φαίνονταν τυλιγμένες σε ένα μυστήριο και σχεδόν εξωτικές, και μόνο εξαιτίας του γεγονότος ότι ανήκουμε σε διαφορετικό φύλο. Μυθιστορήματά μου έχουν γυναίκες ως πρωταγωνίστριες, από τη «Λούλα» και την «Απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας», ως τον «Μαύρο γάμο» και τη «Λεσβία». Προσθέστε και ότι έχω μια μοναχοκόρη, που τη λατρεύω.

Έχετε μια παθιασμένη σχέση, όπως αναφέρετε και στο “Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί”, με το σινεμά και την μουσική. Πείτε μας κάτι παραπάνω π.χ. για τις ταινίες και το είδος της μουσικής που προτιμάτε.

Μετά από περιπλανήσεις σε ποικίλα κινηματογραφικά και μουσικά είδη στη διάρκεια της ζωής μου, έχω πια καταλήξει σε μια όσο πιο πολυσυλλεκτική στάση γίνεται απέναντι στην Τέχνη. Μου αρέσουν οι ανεξάρτητες, φεστιβαλικές ταινίες, αλλά και οι καλές εμπορικές. Από τον «Αστακό» του Λάνθιμου ως το «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Κιούμπρικ, και από τον «Ελαφοκυνηγό» του Τσιμίνο ως τον «Νονό» του Κόπολα. Σκεφτείτε ότι κάποτε παραλίγο να σκηνοθετήσω μια τηλεταινία. Το ίδιο και με τη μουσική. Το γούστο μου εκτείνεται από τους Ρόλινγκ Στόουνς ως τον Τσιτσάνη, και από τον Ερίκ Σατί ως τον Μάιλς Ντέιβις και τον Πρινς. Δεν είναι τυχαίο ότι έχω κάνει φωνητικά στο «Βγαίνουμε απ’ το τούνελ» των Φατμέ, με τους οποίους με συνέδεε φιλία. Όπως και με τη λογοτεχνία, δεν έχω στεγανά. Αντιθέτως χαίρομαι το ταξίδι σε συχνά εχθρικές μεταξύ τους, επικράτειες της Τέχνης. Νιώθω άπληστος εν προκειμένω, και ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να εξερευνήσει κανείς το καλλιτεχνικό σύμπαν.

Αφού σας ευχαριστήσω για την πολύ όμορφη κουβέντα μας, θα ήθελα να κλείσουμε με μια ερώτηση που νομίζω ότι μέσα της κλείνει όλες τις προηγούμενες: πώς είναι να σε έχουν επιλέξει οι λέξεις, πώς είναι να είσαι ο εκλεκτός τους;

Υποθέτω ότι αναφέρεστε στις παρακάτω φράσεις από το «Ό,τι καλύτερο μου έχει συμβεί»: «Ταινίες και μουσική ηλεκτρίζουν την ψυχή μου. Μόνο τις λέξεις αγαπάω πιο πολύ, τόσο αβίαστα, σαν να μην πρόκειται περί επιλογής μου. Όπως μου αρέσει να αυταπατώμαι, μάλλον οι λέξεις με έχουν επιλέξει». Δεν χρησιμοποίησα τυχαία το «αυταπατώμαι» και το «μάλλον». Θα ήταν έπαρση και πτωχαλαζονεία να ισχυριστώ στα σοβαρά ότι με έχουν επιλέξει οι λέξεις ή ότι είμαι «εκλεκτός τους». Όσο φιλόδοξος και ευφάνταστος κι αν είμαι όταν γράφω, παραμένω ένας προσγειωμένος άνθρωπος.

***

Φωτογραφία: Σπύρος Κατωπόδης

Για το Life & Culture
Μαρία Ψαρούδη

Copyright Life & Culture © 2018 - 2021 All rights reserved. | Newsphere by AF themes.