Κυ. Σεπ 15th, 2019

Life & Culture

Περιοδικό για τη Ζωή και τον Πολιτισμό

Δήμητρα Κολλά: “Καμιά φορά η αποκάλυψη να μαθαίνεις για τον εαυτό σου είναι κάτι υπέροχο”

Τη Δήμητρα Κολλά τη γνωρίζαμε από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Συμμετείχε στην τηλεοπτική σειρά «Litsa.com» και στην ταινία «Αιγαίο SOS». Φέτος πρωταγωνίστησε στο «Χορεύοντας στο σκοτάδι» του Lars von Trier, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καρατζιά, ενσαρκώνοντας τη Σέλμα, μια νεαρή μητέρα από την Ουκρανία που, εξαιτίας ενός γενετικού προβλήματος, βρέθηκε μετανάστρια στις ΗΠΑ με την ελπίδα να μπορέσει να μαζέψει δουλεύοντας τα απαιτούμενα χρήματα για τη θεραπεία του γιου της από το πρόβλημα υγείας που του κληροδότησε. Ήταν μια μοναδική θεατρική παράσταση γεμάτη ανθρωπιά και έντονες συγκινήσεις.

Η Δήμητρα μας υποδέχτηκε στον χώρο που φιλοξένησε το «Χορεύοντας στο σκοτάδι», το θέατρο Vault, και σας παρουσιάζουμε την κουβέντα που είχαμε μαζί της κάποιες μέρες πριν η παράσταση ολοκληρώσει τον κύκλο της.

Βρισκόμαστε σε μια περιοχή που, αν και είναι κοντά στο κέντρο της Αθήνας, ήταν υποβαθμισμένη, παρατημένη. Το θέατρο Vault, ανάμεσα σε άλλα, συμβάλλει ιδιαίτερα στην αναβάθμισή της, τουλάχιστον την πολιτιστική. Μίλησέ μας λίγο γι’ αυτόν τον χώρο. Πόσα χρόνια λειτουργίας μετρά;

Το Vault διανύει τον έβδομο χρόνο του, αν δεν απατώμαι. Άνοιξε τον Μάρτιο του 2012.

Η επιλογή της περιοχής ήταν τυχαία;

Δεν νομίζω ότι ήταν τυχαία. Θυμάμαι, πριν φύγω για την Αμερική, το 2012, είχα συναντηθεί με τα παιδιά (τον μουσικό Μάνο Αντωνιάδη και τον σκηνοθέτη Δημήτρη Καρατζιά). Τους γνώριζα από το 2010 που είχαμε την πρώτη μας συνεργασία με το «Elizadeth» και από τότε είχε αρχίσει να διαφαίνεται η φιλία μας. Μου είχαν πει λοιπόν τότε, ότι είχαν μπει στην διαδικασία να ανοίξουν χώρο σε αυτή εδώ την περιοχή. Το ζητούμενό τους ήταν να βρίσκεται κοντά το μετρό, αλλά δεν είναι αυτός μόνο ο παράγοντας που τους έκανε να διαλέξουν αυτή την περιοχή. Είναι και οι δυο τους παιδιά που τους αρέσει αυτή η περιοχή και κατοικούν σε αυτή. Την αγαπάνε πολύ. Ανακάλυψαν, λοιπόν, αυτό εδώ το κτήριο της οδού Μελενίκου και το διαμόρφωσαν.

Πρόκειται για έναν καλαίσθητο χώρο στον οποίο έχουμε απολαύσει εξαιρετικές παραστάσεις. Παραστάσεις με κοινωνικό περιεχόμενο που κάνουν τον θεατή να σκεφτεί, να προβληματιστεί.

Αυτό οφείλεται στην ιδιοφυΐα του χώρου που είναι ο Δημήτρης Καρατζιάς. Έχω παρατηρήσει ότι στον θεατρικό προγραμματισμό που κάνει ο Δημήτρης κάθε χρόνο, γιατί αυτός είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής, υπάρχει πάντα ένας κοινός άξονας. Ασφαλώς, αυτό έχει να κάνει με το ένστικτό του και τον τρόπο που σκέφτεται και συνδέει τις διάφορες παραστάσεις. Γι’ αυτό και τον θεωρώ ιδιοφυΐα.

Όντως, υπάρχει ένα νήμα που ακολουθεί ο Δημήτρης Καρατζιάς.

Ναι, κι αυτό είναι το ωραίο, γιατί έρχεσαι στο Vault να δεις διάφορες παραστάσεις που, αν παρακολουθήσεις πάνω από τρεις – τέσσερις, θα δεις ότι κάτι τις συνδέει. Φέτος ο άξονάς μας ήταν η διαφορετικότητα. Μια διαφορετικότητα η οποία δεν έγκειται μόνο στο σεξουαλικό και την ταυτότητα. Έγκειται και στον τόπο καταγωγής, τα βιώματα που έχουμε και πώς αυτά γράφουν πάνω μας. Τελικά, όμως, μέσα σε μια κοινωνία την οποία χτίσανε με άλλες βάσεις και σταθμά, είμαστε όλοι ίδιοι μέσα στη διαφορετικότητα και τις ταμπέλες που προκύπτουν από αυτή. Εξαιτίας της διαφορετικότητας καταπιέστηκαν πολλές προσωπικές ελευθερίες ιδιαίτερων ανθρώπων. Βλέπεις, λοιπόν, μέσα από διάφορα έργα, να γίνεται λόγος γι’ αυτό.

Το «Χορεύοντας στο σκοτάδι» είναι ένα από αυτά τα έργα.

Στο έργο αυτό, η Σέλμα, η πρωταγωνίστρια, είναι μια οικονομική μετανάστρια η οποία δεν μεταναστεύει, δεν φεύγει από την χώρα της για να ζήσει το λεγόμενο αμερικανικό όνειρο. Πάει σε μια χώρα με καλύτερη οικονομική βάση για να μαζέψει χρήματα σε λιγότερο χρονικό διάστημα απ’ αυτό που χρειάζεται στην πατρίδα της για την επέμβαση του παιδιού της.

Στην εποχή μας, η Σέλμα θα μπορούσε να είναι μια κοπέλα που ήρθε στην χώρα μας από την Συρία. Μια κοπέλα που φεύγει, διώκεται – με άλλον τρόπο, βεβαίως – από τη χώρα της και έρχεται στην Ελλάδα, όχι γιατί εδώ τα πράγματα είναι ιδανικά, αλλά σίγουρα είναι καλύτερα από εκεί που έφυγε. Προσπαθεί, λοιπόν, να ζήσει μια καλύτερη ζωή εδώ και όπου αλλού την βγάλει ο δρόμος της. Κι όμως, έρχεται αντιμέτωπη με μια κοινωνία η οποία φοβάται το διαφορετικό.

Ποιο είναι το χρονικό πλαίσιο στο οποίο εξελίσσεται η ιστορία της Σέλμας;

Ο Lars von Trier μεταφέρει, πολύ έξυπνα, την ιστορία στην Αμερική του 1965 – 1967. Σε μια περίοδο, δηλαδή, που οι ΗΠΑ μόλις έχουν βγει από έναν Μακαρθισμό, σε μια χρονική περίοδο που η κοινωνία κοιτάζει καχύποπτα όλους τους ανθρώπους που έρχονται από κομμουνιστικές χώρες. Εκείνη την περίοδο η θανατική ποινή ίσχυε στις περισσότερες αμερικανικές πολιτείες, σε σχέση με σήμερα που ισχύει μόνο σε δύο ή τρεις. Για τον λόγο αυτό ήταν και πολύ εύκολη η καταδίκη της Σέλμας. Δεν έψαξε κανείς να βρει τον ένοχο στην περίπτωση της Σέλμας.

Υπήρχε προς αυτούς τους ανθρώπους μια εχθρότητα που η ψυχροπολεμική προπαγάνδα είχε καλλιεργήσει στην αμερικανική κοινωνία και όχι μόνο. Αυτό φαίνεται στο έργο κατά τη διάρκεια της δίκης.

Ναι, γιατί, αν στο δικαστήριο ο συνήγορος ήταν εστιασμένος στο να προστατεύσει τον πελάτη του και δεν ήταν απαθής, θα υπήρχε ενδεχομένως κάποια ελπίδα για την ηρωίδα μας. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπάρχει στο έργο, δεν φαίνεται πουθενά, γιατί απλά δεν υπήρχε, ο συνήγορος της Σέλμας δεν έκανε απολύτως τίποτα, ούτε μια ένσταση, κάτι πολύ τυπικό. Ήδη την είχε καταδικάσει και ο ίδιος.

Και ποιος ήταν ο ένοχος; Ο ένοχος ήταν μέσα από το σύστημα, αστυνομικός! Εκεί ο Lars von Trier χτυπάει το αμερικανικό κατεστημένο.

Ακριβώς. Δηλαδή, αυτό που λέει, «τι θες να πιστέψουμε, ότι ένας αστυνομικός ο οποίος έχει αφιερώσει τη ζωή του στο να προστατεύει τον Αμερικανό πολίτη, έκλεψε;», εκεί το χτυπάει. Οπότε κατευθείαν φταίει η Σέλμα. Όπως και τώρα, αν γίνει κάτι, λες «ποιος μπήκε να κλέψει;» πριν λίγα χρόνια λέγαμε «ο Αλβανός», τώρα λένε «ήρθαν οι Πακιστανοί» κλπ. Δεν είναι αυτό! Έχει να κάνει με τον άνθρωπο. Ψάξε το, βρες ποιος το έχει κάνει. Οι σπείρες δεν έχουν να κάνουν με το από που προέρχεται ο καθένας. Έχουν να κάνουν με το βόλεμα του εύκολου χρήματος που είναι η κλοπή για κάποιους ανθρώπους, επειδή είναι τεμπέληδες και δεν μπαίνουν στη διαδικασία να εργαστούν για να βγάλουν τα χρήματά τους. Ενώ το εύκολο είναι γι’ αυτούς να γίνουν απατεώνες, να μπορούν να σου κλέψουν τα λεφτά. Είναι τεμπέληδες για εμένα αυτοί οι άνθρωποι και τεμπέληδες και ψυχικά, διότι δεν κάνουν ανάταση ψυχής, δεν θέλουν να εξελιχθούν. Έχουν βολευτεί εκεί, σε αυτή την κατάσταση. Οπότε, αυτό λέω, αυτές οι αντιστίξεις μπορούν να γίνουν σ’ αυτό το έργο, στο «Χορεύοντας στο σκοτάδι».

Η παράσταση έχει να κάνει και με την αγάπη της μάνας. Μια αγάπη που φτάνει στην αυτοθυσία.

Μα, η Σέλμα έχει πάρα πολλά ιδανικά. Ιδανικά και αξίες που βλέπουμε ότι πλέον δεν υπάρχουν. Βεβαίως τις αξίες αυτές και τα ιδανικά τα λαμβάνουμε κάποιοι, αλλά όχι όλοι.

Εμένα η Σέλμα μου φαίνεται σαν ένα μεγάλο παιδί. Ένα παιδί που δεν μεγάλωσε, που κράτησε την αθωότητά του.

Μέσα σε αυτή τη θεματική της «διαφορετικότητας» ποια άλλα έργα ανεβάσατε;

Είχαμε το Brandon Tina που είναι κι αυτό κινηματογραφική ταινία. Είναι το Boys dont Cry το κινηματογραφικό, στο οποίο έβλεπες έναν άνθρωπο, μια ψυχή ουσιαστικά, σε ένα κορμί που δεν ένιωθε ότι του ανήκει, το ένιωθε ξένο. Μια ψυχή ενός άνδρα το οποίο κατοικούσε σε ένα σώμα γυναίκας. Η σύγκρουση σε αυτό έγκειται στη διαφορετικότητα του φύλου. Είναι η σύγκρουση της ψυχής με το υλικό κομμάτι που είναι το σώμα μας και βλέπουμε την προσπάθεια του ήρωα να αλλάξει το εξωτερικό του και να ζήσει έτσι όπως ένιωθε ότι ήταν πραγματικά.

Ο ρόλος της Σέλμας είναι ο πρώτος σου πρωταγωνιστικός ρόλος;

Ναι, ο πρώτος.

Αναμφίβολα, σπουδαίο ρόλο στην παράσταση παίζει η εξαιρετική μουσική του Μάνου Αντωνιάδη.

Ο Μάνος είναι ένα εξαιρετικό μουσικό ταλέντο. Αν θα παρακολουθήσετε τις δουλειές του, θα δείτε πως είναι ένας υπέροχος μουσικός. Τον λατρεύω και τον θεωρώ μουσική ιδιοφυΐα γιατί καταφέρνει και προσεγγίζει με τη μουσική του συναισθηματικά πράγματα. Εμένα, σαν ηθοποιό, μου τονίζει το συναίσθημα καθώς παίζω.

Είναι και ο ρόλος της μουσικής στο θεατρικό έργο να καθρεπτίζει το συναίσθημα της παράστασης.

Σε όσες δουλειές έχω συνεργαστεί με τον Μάνο, καταφέρνει πάντα να κάνει τη μουσική του σαν να είναι χρυσόσκονη που σου την προσφέρει. Σαν να είναι τα μυρωδικά που θα σου αναδείξουν τη γεύση στο φαγητό που έχεις φτιάξει. Οπότε, για εμένα που έχω δουλέψει πάνω στον ρόλο με πρόβες κλπ, όταν έρχεται ένα πολύ ωραίο συστατικό όπως είναι η μουσική, ντύνει το συναίσθημά μου, το βοηθάει στο να μπορέσω να το μεταδώσω στον κόσμο.

Πρέπει να πούμε ότι στην παράσταση τραγουδάς. Η φωνή σου έχει πολύ όμορφη χροιά και εκτός του ότι τραγουδάς σωστά, πράγμα στο οποίο φαίνεται η δουλειά του Μάνου, εντύπωση μας έκαναν και οι δύσκολες νότες που πιάνεις, η έκταση της φωνής στο πεντάγραμμο. Αλλά τα ταλέντα σου δεν σταματούν εδώ. Στην παράσταση χορεύεις επίσης εξαιρετικά.

Ευχαριστώ. Ξέρετε, όταν ήμουν μικρή, νόμιζα ότι δεν μπορώ να τραγουδήσω. Σχετικά με τον χορό, η πρώτη μνήμη που μου έρχεται στο μυαλό από παράσταση είναι από την τηλεόραση και είναι μπαλέτο! Θυμάμαι να βλέπω έναν υπέροχο χορευτή που ήθελα να χορέψω και εγώ σαν κι αυτόν. Τότε αποφάσισα ότι θέλω να γίνω χορεύτρια, όλα αυτά σε ηλικία δύο ετών, ύστερα από πολλά χρόνια έμαθα ότι αυτός που με εντυπωσίασε τόσο τότε δεν ήταν άλλος από τον Mikhail Baryshnikov στην «Κάρμεν»! Έτσι σπούδασα χορό αργότερα και αυτός ήταν το μεγάλο μου όνειρο και ο καλύτερος τρόπος έκφρασης για εμένα. Μετά από τα ατυχήματα όμως που είχα και τα οποία έκαναν απαγορευτικό πια το όνειρο της μπαλαρίνας, είπα να δοκιμαστώ στο θέατρο γιατί μου έλειπε η σκηνή. Κάπως έτσι, το ένα εκφραστικό μέσο, το θέατρο, αντικατέστησε το άλλο, τον χορό. Να συμπληρώσω εδώ ότι αγαπημένο μου είδος είναι τα μιούζικαλ.

Ίσως πρέπει να το σκεφτείς σοβαρά το να ασχοληθείς με τη μουσική, το τραγούδι. Πέρα από αυτό που κάνεις, εκτός παράστασης, γιατί αυτό που κάνεις τώρα είναι το πώς τραγουδάει ένας ερμηνευτής, δεν έχει να κάνει με την τεχνική του τραγουδιστή.

Δε νομίζω ότι θα μπορούσα να είμαι τραγουδίστρια ποτέ γιατί υπάρχει πολλή θεατρικότητα στο τραγούδι μου. Μπήκαμε τώρα σε μια διαδικασία με τον Μάνο να φτιάξουμε λίγο τα τραγούδια πιο «δισκογραφικά» και τον έπιασα να μου λέει: «Ωραία, μάζεψέ το λίγο τώρα, γιατί αυτό είναι πολύ καλό για το θέατρο, αλλά όχι για αυτό που θέλουμε». Είναι κάτι που δεν γνωρίζω να το κάνω. Τώρα το μαθαίνω με τον Μάνο και μου φαίνεται λίγο άχαρο. Δηλαδή δεν καταλαβαίνω το τεχνικό μέρος επειδή τεχνικά δεν έχω την κατάρτιση που έχει ένας τραγουδιστής. Εμένα μου βγαίνει αυτό το πράγμα ενστικτωδώς και θα το ερμηνεύσω ψυχή και σώμα, που λένε, αλλά εκεί μου λέει «ώπα! Περιόρισέ το τώρα» και, όταν το περιόρισα, ήταν σαν να μη ακουγόμουν και μου λέει «Ναι, δεν σου είπα να μη τραγουδάς!».

Θα το παλέψω, όμως, γιατί είπα να ξεκινήσω μαθήματα, επιτέλους. Έχω δάσκαλο τον Πωλ Ζαχαριάδη που είναι εξαιρετικός δάσκαλος όπερας, οπότε, του είπα: «θα με βοηθήσεις να καλύψω λίγο.. πιο λυρικά» γιατί είχα ανακαλύψει μέσα από τους δασκάλους που είχα και στη σχολή, τη Σία Κοσκινά πχ, ότι μπορώ να τραγουδήσω. Η Σία με βοήθησε να ανακαλύψω ότι μπορώ να τραγουδήσω, ενώ εγώ, μέχρι τότε, νόμιζα ότι απλώς ακουγόμουν. Και είδες, καμιά φορά η αποκάλυψη να μαθαίνεις για τον εαυτό σου είναι κάτι υπέροχο. Γι’ αυτό δεν πρέπει να λες σε κανέναν «όχι, δεν θα το κάνεις αυτό» ή «άστο καλύτερα. Δεν είναι για εσένα». Πρέπει να λες στον άλλον να μάθει, να βρει τους κατάλληλους δασκάλους και αφού το παλέψει και καταλήξει στο να μη του βγει, τότε να το παρατάει. Πιστεύω ότι όλοι έχουμε ταλέντο, απλά πρέπει να ανακαλύψουμε που είναι.

Τι θα έλεγες σε ένα νέο παιδί που θέλει να ασχοληθεί με το θέατρο;

Θα πρέπει να έχει πολύ γερό στομάχι. Αντοχή, επιμονή και υπομονή και ότι ο δρόμος είναι πολύ δύσκολος.

Copyright Life & Culture © 2018 - 2019 All rights reserved. | Newsphere by AF themes.