Πε. Δεκ 5th, 2019

Life & Culture

Περιοδικό για τη Ζωή και τον Πολιτισμό

Χάινριχ Χάινε: Η χαμένη αγάπη

Μαζί χορεύουν η Μαριώ κι ο Γιάννης
κι απ’ τη χαρά η καρδιά τους σπαρταρεί.
Βουβός ο Πέτρος, λόγο δεν του βγάνεις,
στέκει αντίκρυ, χλωμός σαν το κερί.

Είναι οι δυο τους αρραβωνιασμένοι,
είναι κι οι δυο ντυμένοι στα χρυσά.
Με τα καθημερνά ο Πέτρος μένει
κι όλο τα νύχια του ξερομασά.

Κοιτάζει λυπημένος το ζευγάρι,
και λέει με το στόμα του κλειστό:
«Αχ, φύλαξέ με, η τρέλα μη με πάρει,
Θεέ μου, φύλαξε μην κολαστώ!

Δεν ξέρω μες τα στήθια τι με καίει,
τι φλόγα έχω μέσα μου κακή,
κι όπου σταθώ, «φεύγα από κει», μου λέει,
κι όπου γυρίσω, «φεύγα κι από κει!».

Όλο κοντά της, της Μαριώς με σπρώχνει,
σα να μπορούσε να τη σβήσει αυτή.
Πάω κοντά… το μάτι της με διώχνει,
κι αν δε με διώξει, αχ, δε με κρατεί!

Στη ράχη πάνω του βουνού ανεβαίνω,
εκεί δεν είναι άλλος να με δει.
Μονάχος είμ’ εκεί… μονάχος μένω,
και κλαίω, κλαίω… σα μωρό παιδί».

Αργά περνάει ο Πέτρος απ’ το δρόμο,
σκυμμένος, κίτρινος σαν το φλουρί.
Τον βλέπουν οι διαβάτες, και με τρόμο
στέκει καθένας τους και τον θωρεί.

Και λένε τα κορίτσια μυστικά:
«Καλέ, αυτός από τον τάφο βγαίνει;».
Όχι, κορίτσια μου πονετικά,
δε βγαίνει από τον τάφο… τώρα μπαίνει.

Έχασε την αγάπη του ο φτωχός,
και διάλεξε τον τάφο κατοικία,
να πέσει, να πλαγιάσει μοναχός,
ώσπου να ‘ρθει Δευτέρα Παρουσία.

 

Μετάφραση: Άγγελος Βλάχος (1838 – 1920)

Copyright Life & Culture © 2018 - 2019 All rights reserved. | Newsphere by AF themes.