Life & Culture

Περιοδικό για τη Ζωή και τον Πολιτισμό

Το ζήτημα της ισότητας είναι αντικείμενο προβληματισμού ορισμένων από τους πρώτους εκπονητές και εκπροσώπους της δημοκρατικής ιδεολογίας. Σαν πολιτικός όρος η λέξη ισότητα («το ίσον») νοείται, φαίνεται, όπως και αργότερα, με τις δυο δηλαδή σημασίες που έχει στους κλασικούς και μετακλασικούς χρόνους, την απόλυτη και τη σχετική.

Στην πρώτη σημασία στηρίζεται η εξισωτική αντίληψη της ισότητας. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή πραγματική ισότητα είναι μόνο η απόλυτη, «αριθμητική» (σαν κι εκείνη που υπάρχει ανάμεσα στους ίδιους αριθμούς, λόγου χάρη ανάμεσα στις μονάδες) ισότητα, κι αυτό το είδος ισότητας πρέπει να εξασφαλίζει το δημοκρατικό καθεστώς στους πολίτες στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό.

Στη σχετική σημασία του όρου βρίσκεται η αντίληψη για τη λεγόμενη γεωμετρική ή αναλογική ισότητα, ισότητα δηλαδή που είναι ανάλογη με τα ηθικοπολιτικά προσόντα (και την οικονομική κατάσταση) κάθε πολίτη και ονομάζεται επίσης ισότητα κατ’ αξίαν ή κατ’ αρετήν.

Θιασώτες του πρώτου είδους ισότητας στον νομικό και δικαστικό τομέα είναι όλοι οι δημοκράτες στοχαστές. Όλοι, επίσης, πιθανότατα είναι θιασώτες του δεύτερου είδους ισότητας στον πολιτικό τομέα, ή πιο σωστά στον τομέα της διανομής των δημόσιων αξιωμάτων στους πολίτες. Σχετικά με το ζήτημα της ισότητας στον οικονομικό τομέα είναι, φαίνεται, χωρισμένοι σε δυο βασικές κατηγορίες, σε οπαδούς του πρώτου είδους ισότητας και σε οπαδούς του δεύτερου είδους ισότητας, ή μ’ άλλα λόγια σε οπαδούς και αντιπάλους του οικονομικού εξισωτισμού.

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν ο Ανάχαρσις και ο Πιττακός, στη δεύτερη ο Σόλων που είναι και ο σπουδαιότερος εκπρόσωπός της.

Οι δύο αυτές απόψεις για το ζήτημα δεν είναι καθόλου εγκεφαλικά κατασκευάσματα, δημιουργήματα θεωρητικού στοχασμού ξεκομμένου από την κοινωνική πραγματικότητα της εποχής. Εκφράζουν τις επιδιώξεις διαφορετικών και με αντίθετα συμφέροντα μερίδων της κοινωνίας, των εύπορων, «κτηματικών» (των πλούσιων και της μεσαίας μερίδας των πολιτών) η άποψη του Σόλωνα, και των πολύ φτωχών, «ακτημόνων» που ο αριθμός τους, στη δοσμένη περίοδο, είναι σημαντικός.

«Λένε ότι κάποιο σύνθημά του (του Σόλωνα) που κυκλοφορούσε παλιότερα και συγκεκριμένα το απόφθεγμά του, «η ισότητα δεν προκαλεί πόλεμο» άρεσε και στους εύπορους και στους άπορους, γιατί προσδοκούσαν ότι θ’ αποχτήσουν την ισότητα την ανάλογη με την αξία και την αρετή οι πρώτοι, την ισότητα την ανάλογη με το μέτρο και τον αριθμό οι δεύτεροι1».

Η αντίληψη του Σόλωνα είναι η κυρίαρχη και υλοποιείται ολοκληρωτικά στο καθεστώς του. Καθεστώς «αριθμητικής», απόλυτης ισότητας στον οικονομικό και στον πολιτικό τομέα, αλλά αναλογικής ισότητας στον οικονομικό και στον πολιτικό τομέα. Αναλογική ισότητα σ’ αυτούς τους τομείς σημαίνει βέβαια ανισότητα των πολιτών. Ανισότητα όμως όχι απεριόριστη, αλλά μέσα σε ορισμένα πλαίσια που προσπάθησε να δημιουργήσει ο ίδιος με την όλη οικονομική πολιτική του (ιδιαίτερα με την κατάργηση των χρεών, σεισάχθεια, και την απαγόρευση του δανεισμού με σωματική εγγύηση, με όρο δηλαδή τη μετατροπή του οφειλέτη σε δούλο του δανειστή αν δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του απέναντι στον τελευταίο) και με το τιμοκρατικό σύστημα που εφάρμοσε στον καθορισμό των πολιτικών δικαιωμάτων των πολιτών. Έτσι σύμφωνα με το σύστημα αυτό από τις τέσσερις τάξεις, κατηγορίες στις οποίες χώρισε τους πολίτες ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση, μόνο οι τρεις πρώτες οι πεντακοσιομέδιμοι, οι ιππείς και οι ζευγίτες, ή μ’ άλλα λόγια οι πλούσιοι και το μεσαίο στρώμα είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν και να εκλέγονται στα δημόσια αξιώματα (ανάλογα πάντα με το τίμημα, το εισόδημα το καθορισμένο για την καθεμιά), ενώ η τελευταία, οι θήτες που ήταν η φτωχότερη αλλά μεγαλύτερη μερίδα των πολιτών είχαν το δικαίωμα μόνο να εκλέγουν. Φραγμό, ως ένα βαθμό, στην αύξηση της ανισότητας στους παραπάνω τομείς και ουσιαστικό παράγοντα μετριασμού των αρνητικών της συνεπειών για το λαό, αποτελούσε ωστόσο η νομική και δικαστική ισότητα των πολιτών στο καθεστώς του και ιδιαίτερα το δικαίωμα που είχαν να κάνουν έφεση για οποιαδήποτε απόφαση των αρχόντων στα λαϊκά δικαστήρια, που θέσπισε με τις μεταρρυθμίσεις του. Στα δικαστήρια αυτά οι θήτες, χάρη στην αριθμητική τους υπεροχή, ήταν «ο κυρίαρχος της ψήφου» και μπορούσαν έτσι να επιβάλλουν τη γνώμη τους σε πολλά και σοβαρά προβλήματά τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι την εντελώς αντίθετη και «ακραία» άποψη για τούτο το ζήτημα υποστηρίζει ένας από τους γνωστούς θιασώτες του οικονομικού εξισωτισμού, ο Ανάχαρσις. Η νομική (και δικαστική) ισότητα που δεν στηρίζεται στην οικονομική ισότητα είναι τυπική κι αργά ή γρήγορα αχρηστεύεται κι εξαφανίζεται.

«Όταν λοιπόν ο Ανάχαρσις πληροφορήθηκε το γεγονός (ότι δηλαδή ο Σόλων έγραφε τους νόμους του), άρχισε να περιγελάει το Σόλωνα για το εγχείρημά του, για το ότι νόμιζε πως θα σταματήσει τις αδικίες και τις πλεονεξίες των ανθρώπων με τους γραπτούς νόμους του. Με πράγματα δηλαδή που δεν διαφέρουν καθόλου από τους ιστούς αράχνης. Γιατί όπως εκείνοι, έτσι και οι νόμοι απ’ όσους πιάνονται στα δίχτυα τους θα κρατάνε τους αδύνατους και φτωχούς, ενώ θα κουρελιάζονται από τους δυνατούς και τους πλούσιους. Ο Σόλων όμως απάντησε, λένε, σ’ αυτά ότι οι άνθρωποι τηρούν τις συμφωνίες τους, όταν η παραβίασή τους δεν συμφέρει κανέναν από τους συμβαλλόμενους, κι ότι καταρτίζει τους νόμους με τρόπο που να κάνει σ’ όλους φανερό ότι το να εφαρμόζει κανείς το δίκαιο είναι καλύτερο από το να παραβαίνει τους νόμους. Αλλά τα πράγματα εξελίχτηκαν περισσότερο όπως πρόβλεπε ο Ανάχαρσις, παρά όπως έλπιζε ο Σόλων2».

Το νόημα των μεταρρυθμίσεων του Σόλωνα από τη σκοπιά που είδαμε, η σχέση τους με την αντίληψή του για την ισότητα διευκρινίζεται κι από τον ίδιο σε ορισμένα ποιήματά του. Στα ποιήματα αυτά κάνει, όπως θα λέγαμε, δημόσιο απολογισμό της πολιτικής του δράσης κι απαντά συνάμα στην κριτική που γινόταν στο πρόγραμμά του και στο καθεστώς του από τα δεξιά κι από τ’ αριστερά, από τους πιο συντηρητικούς και τους πιο ριζοσπαστικούς δημοκρατικούς κύκλους κι από τους κάθε λογής αντιπάλους του.

«Όσο χρειαζόταν του λαού ξεχώρισα μερίδιο,

χωρίς από το δίκιο του να βγάλω ή ν’ αβγατίσω

κι εκείνοι πού ‘χαν δύναμη κι ακούονταν με το χρήμα,

τίποτε ανάρμοστο κι αυτοί κοίταξα να μην πάθουν.

Στη μέση στάθηκα, ισχυρή προβάλλοντας ασπίδα,

κι ούτε άφησα άδικα απ’ τους δυο κανένας να νικήσει.

… Και με τη δύναμη όλα αυτά

του νόμου τα έπραξα, – ως το τέλος, όπως το έταξα – ,

με δικαιοσύνη αντάμα κι εξαναγκασμό.

Και νόμους ίδιους γι’ αγαθούς και για κακούς,

κρίση σωστή για τον καθένα ορίζοντας.

Μα ό,τι είπα εγώ το τέλεψα με τους θεούς βοηθούς μου,

μήτε ασυλλόγιστα έπραξα τ’ άλλα, ούτε με το ζόρι, όπως στην τυραννίδα,

θέλω να κάνω τίποτε, μήτε απ’ την πλούσια γη μας

το ίδιο μεράδι σε καλούς και σε ζαβούς να δώκω3».

Επειδή ίσως εννοεί την ισότητα με τον τρόπο που είδαμε, ο Σόλων θεωρεί σπουδαιότερο ένα άλλο σχετικό γνώρισμα του καθεστώτος του, του δημοκρατικού καθεστώτος. Πρόκειται για την ευνομία (καλή μοιρασιά, τάξη, καλή νομοθεσία). Αυτό, κατά τη γνώμη του, είναι ή πρέπει να είναι το βασικό γνώρισμα του δημοκρατικού καθεστώτος, ενώ το αντίθετο ακριβώς γνώρισμα, η δυσνομία χαρακτηρίζει τα άλλα, τα μη δημοκρατικά κι αντιδημοκρατικά καθεστώτα.

«Η δυσνομία φέρνει στο κράτος αμέτρητα κακά, ενώ η ευνομία όλα τα κάνει καλοτακτοποιημένα και άρτια και συχνά βάζει αξεπέραστα εμπόδια στους άδικους… Σταματάει επίσης τα έργα της διχόνοιας και την αρχή της φοβερής έριδας και κάτω από την εξουσία της όλα στην ανθρώπινη κοινωνία είναι ταιριαστά και συνετά4».

Και οι δύο αυτές λέξεις είναι γνωστές από παλιότερα. Χρησιμοποιούνται από τον Ησίοδο ήδη σαν προσωποποιημένα ουσιαστικά (σαν κόρη της Θέμιδας η ευνομία και της Έριδας η δυσνομία) στη Θεογονία (901 – 903, 226 – 232). έτσι, σχηματίστηκαν και πολιτογραφήθηκαν στην πολιτική ορολογία στην περίοδο της κρίσης παρακμής κι εξαφάνισης του αριστοκρατικού καθεστώτος.

Η ιδέα της ευνομίας στην περίοδο αυτή είναι αίτημα όλων γενικά των επικριτών και αντιπάλων του αριστοκρατικού καθεστώτος και μετά την οριστική ανατροπή του καθεστώτος αυτού στη Σπάρτη και στην Αθήνα την επικαλούνται σαν βασικό γνώρισμα του καθεστώτος τους τόσο οι οπαδοί του δημοκρατικού καθεστώτος όσο και οι οπαδοί του ολιγαρχικού καθεστώτος.

Εξαιτίας φαίνεται της διφορούμενης σημασία της η λέξη ευνομία παραμερίστηκε σιγά – σιγά κι αντικαταστάθηκε από τον όρο ισονομία. Λέξη καινούρια που έδειχνε πιο καθαρά τη διαφορά του δημοκρατικού καθεστώτος όχι μόνο από το αριστοκρατικό καθεστώς αλλά κι από όλα τα άλλα καθεστώτα, μαζί κι από το ολιγαρχικό, το καθεστώς της Σπάρτης. Ο νέος πολιτικός όρος χρησιμοποιήθηκε, όπως είδαμε, στην αρχή σαν ονομασία του δημοκρατικού καθεστώτος. Το γεγονός αυτό εκτός από τις μαρτυρίες που αναφέραμε προηγούμενα, πιστοποιείται κι από τις πληροφορίες που μας δίνει ο Ηρόδοτος σχετικά με τα γεγονότα που ακολούθησαν στη Σάμο αμέσως μετά τη δολοφονία του τυράννου Πολυκράτη (522 π.Χ.).

Ο διάδοχος του Πολυκράτη, Μαιάνδριος, το πρώτο που έκανε μόλις πήρε την εξουσία, ήταν η σύγκληση γενικής συνέλευσης των πολιτών στην οποία τους ανακοίνωσε την απροσδόκητη (παρμένη ασφαλώς κάτω από το φόβο της δύναμής τους και της αντίστασής τους στο τυραννικό καθεστώς) απόφασή του να παραδώσει στους ίδιους, στο λαό την εξουσία και να πραγματοποιήσει έτσι με ειρηνικό τρόπο τη μετάβαση στο καθεστώς που επιδίωκαν. Καθεστώς που το ονομάζει ισονομία και θεωρεί σαν τη σπουδαιότερη διαφορά του από το τυραννικό καθεστώς το ότι εξασφαλίζει την ελευθερία σ’ όλους τους πολίτες.

«Όπως ξέρετε μου έχει δοθεί το σκήπτρο και όλη η εξουσία του Πολυκράτη και χάρη σ’ αυτό το γεγονός έχω τη δύναμη να σας κυβερνώ. Ωστόσο εγώ στο βαθμό που μπορώ δεν θα κάνω τίποτα από εκείνα για τα οποία κατηγορώ τους πλαϊνούς μου. Δε μου ήταν ποτέ αρεστός ο Πολυκράτης ούτε οποιοσδήποτε άλλος κυβερνά με δεσποτικό τρόπο ανθρώπους ίσους με τον εαυτό του. Ο Πολυκράτης βρήκε πια το τέλος του κι εγώ παραδίνω τώρα σ’ εσάς την εξουσία και ανακηρύσσω την ισονομία για όλους σας. Σαν αμοιβή γι’ αυτή μου την ενέργεια δεν ζητώ παρά να μου δοθούν έξι τάλαντα από την περιουσία του Πολυκράτη καθώς και το αξίωμα του ιερέα του ελευθέριου Δία για εμένα και τους απογόνους μου, μια και του έχτισα ναό και σας προσφέρω τώρα την ελευθερία5».

Η ισονομία, η ισότητα δύναμης και δικαιωμάτων των αντιθέτων που συγκροτούν κάθε κόσμο (και κάθε χωριστό αντικείμενό του και φαινόμενό του) είναι ο πρώτος κι ο πιο καθοριστικός όρος της ύπαρξής του και της λειτουργίας του, της κίνησης και της αλλαγής που τον χαρακτηρίζουν από τη γένεσή του ως την ολοκλήρωση της ανάπτυξής του και την τελική καταστροφή του και αντικατάστασή του από άλλον κόσμο.

Τμήμα του σύμπαντος, ένα από τα δυναμικά συστήματά του είναι η ανθρώπινη κοινωνία, ή πιο σωστά ο κόσμος στον οποίο βρίσκεται η ανθρώπινη κοινωνία (οι πρώτη φιλόσοφοι δεν ξεχωρίζουν την κοινωνία από τη φύση, τον κόσμο), και γι’ αυτό τον διέπει η ίδια αρχή, η ισότητα εξουσίας και δικαιωμάτων ανάμεσα στα διάφορα αντίθετα συστατικά του στοιχεία, πλευρές και ιδιότητες.

Κάθε αντίθετο έχει ωστόσο την τάση να κυριαρχήσει πάνω στο αντίθετό του κι όταν το κατορθώσει αυτό, διαταράσσεται η φυσική κατάσταση και ομαλή λειτουργία του συστήματος. Η διαταραχή, η παραβίαση της ισονομίας δεν κρατάει όμως πολύ, η ενδιαφερόμενη, η «αδικημένη» πλευρά βρίσκει με τον αγώνα της το δίκιο της κι αποκαθίσταται έτσι η κυριαρχία της ισονομίας και η ομαλή κατάσταση και λειτουργία του συστήματος. Εξυπακούεται ότι, όταν, για οποιοδήποτε λόγο, η παραβίαση της αρχής της ισονομίας ξεπερνάει σε έκταση και χρόνο ορισμένα όρια (τα ανεκτά για την ύπαρξη του αντίστοιχου κόσμου ή φαινομένου του), το σύστημα τελικά καταστρέφεται και μετατρέπεται σε άλλο στο οποίο κυριαρχεί η ίδια αρχή, η αρχή που εξασφαλίζει την ισορροπία και την αρμονία του.

«Η αρχή των όντων είναι το άπειρο. Απ’ όποια πράγματα γεννιούνται τα όντα σ’ αυτά μετατρέπονται με την καταστροφή τους νομοτελειακά. Γιατί αλληλοδικάζονται κι αλληλοτιμωρούνται στο πλήρωμα του χρόνου για κάθε αδικία του ενός σε βάρος του άλλου6».

Πιο ξεκάθαρη και πιο ολοκληρωμένη θεωρητική τεκμηρίωση της ισονομίας και της δημοκρατίας γενικότερα είναι η φιλοσοφία του Ηράκλειτου. Για τον θεμελιωτή της διαλεκτικής δεν υπάρχει πράγμα, φαινόμενο, ον που να μην αποτελείται από αντίθετα, που να μην είναι στην ουσία του αντιφατικό και να μη βρίσκεται σε αντίθεση με άλλο πράγμα, φαινόμενο, ον. Η σχέση των αντίθετων μεταξύ τους είναι σχέση εναντίωσης, πάλης του ενός ενάντια στο άλλο και συνάμα σχέση ενότητας, εξισορρόπισης, αρμονίας μεταξύ τους. Η πάλη, ο «πόλεμος» ή «τσακωμός» (έρις) των αντιθέτων μεταξύ τους είναι η πηγή της κίνησης και της αλλαγής, ο βασικός παράγοντας για τη δημιουργία, την ανάπτυξη και την καταστροφή (τη μετατροπή του σε άλλο) κάθε πράγματος. Η ενότητα των αντιθέτων είναι η πηγή της σταθερότητας και της αρμονίας κάθε πράγματος (και του κόσμου στο σύνολό του). Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, αλλά αλληλοκαθορίζονται (όσο υπάρχει κάθε πράγμα). Η ενότητα των αντιθέτων είναι προϋπόθεση για την πάλη τους και η μεταξύ τους εναντίωση και πάλη είναι όρος για την ενότητά τους, και συνάμα αιτία, όταν καταστρέφεται η σχέση ισότητας των αντιθέτων, για τη μετατροπή του ενός στο άλλο και την εμφάνιση του καινούριου.

«Το αντίθετο είναι όμοιο (με το αντίθετό του) κι από τα αντίθετα γεννιέται η ωραιότερη αρμονία.

Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι οικουμενικός και η δικαιοσύνη είναι πάλη και τα πάντα γεννιούνται με την πάλη και με αναγκαίο τρόπο. Όλα είναι συνενώσεις: ολόκληρο και όχι ολόκληρο, όμοιο και αντίθετο, σύμφωνο και ασύμφωνο κι από τα πάντα ένα και από το ένα τα πάντα7».

Η ενότητα λοιπόν για τον Ηράκλειτο δεν είναι στατική, αλλά δυναμική, διαλεκτική, σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε πράγματα διαφορετικά, αντίθετα, αλλά συνάμα όμοια, σε ορισμένο βαθμό, σχετικά ίσα μεταξύ τους (και που γι’ αυτό επιτρέπει τη διατήρηση αλλά και ανάπτυξη κι αλλαγή κάθε πράγματος). Η τέτοιου είδους ενότητα, αρμονία είναι η καλύτερη και υπάρχει στη φύση, στο σύμπαν σαν αποτέλεσμα ενός ανώτερου, θεϊκού και καθολικού νόμου. Η τέτοιου είδους ενότητα, η ισότητα και εξισορρόπηση των αντιθέτων είναι η καλύτερη και για την κοινωνία. Υπάρχει όμως σ’ αυτήν σε μικρότερο βαθμό απ’ ό,τι στη φύση και είναι έργο και στόχος των ανθρώπινων νόμων, νόμων που παίζουν το ρόλο τους μόνο όταν πρότυπό τους, πηγή «τροφοδοσίας» τους είναι ο ανώτερος και καθολικής ισχύος νόμος της φύσης.

«Όποιοι μιλάνε λογικά πρέπει να στηρίζονται στον πανοικουμενικό νου, όπως η πόλη στο νόμο, και πολύ περισσότερο. Γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από έναν μόνο, τον θεϊκό νόμο. Αυτός κυριαρχεί όσο θέλει και επαρκεί για όλα και είναι πάνω απ’ όλα8».

Ο Ηράκλειτος καλεί το λαό να υπερασπίζεται τους νόμους όπως την ανεξαρτησία του και την ελευθερία του. Έτσι οι «ανθρώπινοι νόμοι» του Εφέσιου φιλόσοφου βρίσκονται στην υπηρεσία του λαού και το ίδιο ισχύει επομένως και για την πηγή τους και πρότυπό τους, τον ένα και ανώτερο νόμο του σύμπαντος. Επίσης είναι νόμοι κοινοί, ίδιοι για όλους, νόμοι μ’ άλλα λόγια που εξασφαλίζουν στον ένα ή τον άλλο βαθμό την ισότητα δικαιωμάτων, την ισονομία σ’ όλους τους πολίτες. Τον όρο αυτόν δεν τον χρησιμοποιεί ωστόσο ο ίδιος (κρίνουμε με βάση τις υπάρχουσες και πολύ λειψές, όπως είναι γνωστό, μαρτυρίες για το έργο του) ούτε ξεκαθαρίζει με τι είδους καθεστώς, καθεστώς τύπου δημοκρατίας του Σόλωνα, (υπόθεση που είναι η πιθανότερη) ή άλλου είδους δημοκρατικό καθεστώς συνδέει την θέσπιση και καλύτερη λειτουργία κι απόδοση των φιλολαϊκών του νόμων.

Από τους άλλους φιλοσόφους της εποχής εκείνοι που ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με τη θεωρητική θεμελίωση της ιδέας της ισονομίας είναι, φαίνεται, οι Πυθαγόρειοι και κυρίως οι άμεσοι μαθητές και διάδοχοι του Πυθαγόρα.

Αφετηρία και βάθρο στην προσπάθειά τους αυτή αποτελεί η θεωρία του δασκάλου τους για τα αντίθετα, όπως τη συμπλήρωσαν και την ανάπτυξαν οι ίδιοι. Κάτω από την επίδραση της φιλοσοφίας του Ηράκλειτου πιθανότατα. Ο διαλεκτικός χαρακτήρας της θεωρίας είναι φανερός. Στηρίζεται στην άποψη ότι «τα αντίθετα είναι οι αρχές των όντων».

Μια άλλη βασική θέση τους είναι η άποψη ότι η ισότητα των αντιθέτων που περικλείει κάθε πράγμα και η ισοκυριαρχία τους είναι η ομαλή, φυσική κατάστασή του, η κατάσταση υγείας, ενώ η ανισότητά τους και κυριαρχία του ενός πάνω στο άλλο συνεπάγεται την αντίθετη κατάσταση και οδηγεί τελικά στην καταστροφή του.

Θιασώτης της άποψης αυτής κι ένας από εκείνους που την ανάπτυξαν περισσότερο είναι ο Κροτωνιάτης γιατρός και φιλόσοφος Αλκμαίων (μαθητής του Πυθαγόρα και σύγχρονος του Ηράκλειτου, άκμασε γύρω στα 500 π.Χ). Όπως ήταν επόμενο, την εφαρμόζει και στον τομέα της ειδικότητάς του και χρησιμοποιεί για την ονομασία του πρώτου είδους σχέσης μεταξύ των αντιθέτων την ίδια τη λέξη ισονομία. Την αντίθετη σχέση μεταξύ των αντιθέτων την ονομάζει μοναρχία. Ονομασία που πιστοποιεί ακόμα περισσότερο την πολιτική προέλευση και σκοπό της θεωρίας του σε τελευταία (ή ίσως και πρώτη) ανάλυση.

«Την υγεία τη διατηρεί η ισονομία των δυνάμεων, του υγρού και του ξερού, του ψυχρού και του θερμού, του πικρού και του γλυκού και των υπολοίπων. Αντίθετα η κυριαρχία του ενός μονάχα σ’ αυτά προκαλεί αρρώστια. Γιατί η μονοκυριαρχία οποιουδήποτε από τα αντίθετα είναι καταστρεπτική. Συγκεκριμένα η αρρώστια οφείλεται από άποψη αιτίας στην υπερβολική θερμότητα ή ψυχρότητα, από άποψη αφορμής στην υπερβολική τροφή ή σε έλλειψη τροφής κι από άποψη τόπου στο αίμα, ή στο μεδούλι ή στον εγκέφαλο9».

Όπως φαίνεται από αυτό το κείμενο, η λέξη ισονομία, σαν πολιτικός όρος, σημαίνει για τον Αλκμαίωνα, ισότητα δικαιωμάτων μεταξύ αντίθετων τάξεων και μερίδων τάξεων ή στρωμάτων των πολιτών κι όχι μεταξύ ατόμων, μεταξύ των πολιτών ανεξάρτητα από την ταξική τους προέλευση και ένταξη κι οποιοδήποτε άλλο κριτήριο. Το αντίθετο της τέτοιου είδους ισότητας σημαίνει, σαν πολιτικός όρος, η λέξη μοναρχία: ανισότητα δικαιωμάτων και εξουσίας μεταξύ αντίθετων τάξεων ή μερίδων τάξεων και κοινωνικών στρωμάτων και ειδικότερα μεταξύ της μόνιμης μειοψηφίας και της μόνιμης πλειοψηφίας των πολιτών.

Έτσι, σύμφωνα με την αντίληψη του παραπάνω πυθαγόρειου στοχαστή και των ομοϊδεατών του, πραγματικό δημοκρατικό καθεστώς, καθεστώς ισονομίας είναι μόνο το καθεστώς τύπου δημοκρατίας του Σόλωνα, το καθεστώς ισοκυριαρχίας, ίσης εξουσίας της μειοψηφίας και της πλειοψηφίας. Όλα τα άλλα καθεστώτα, τόσο τα καθεστώτα μονοκυριαρχίας («μοναρχίας»), της μειοψηφίας όσο και τα καθεστώτα μονοκυριαρχίας της πλειοψηφίας, ή μ’ άλλα λόγια, όχι μόνο η κληρονομική βασιλεία, η τυραννίδα, το αριστοκρατικό καθεστώς και το ολιγαρχικό καθεστώς, αλλά και το ολοκληρωμένο, κυριολεκτικό δημοκρατικό καθεστώς, καθεστώς όπου ο λαός έχει μεγαλύτερη εξουσία από τη μειοψηφία, είναι καθεστώτα ανισονομίας, αντιδημοκρατικά.

Για τους πυθαγόρειους η ισονομία ή ισομοιρία, όπως ονομάζουν επίσης την ισότητα, των αντιθέτων δεν είναι, όπως την εννοεί ο μεγάλος διαλεκτικός φιλόσοφος της Εφέσου, έκφραση (και στάδιο, επίπεδο ανάπτυξης) της εσωτερικής τους ενότητας, αλλά εισάγεται απ’ έξω, από κάποιον τρίτον όρο, την μεσότητα, που παίζει το ρόλο του συμφιλιωτή ή συγχωνευτή των αντιθέτων και εξαλείφει, με την επιβολή της ισονομίας, την εναντίωσή τους. Το ρόλο αυτό τον παίζει, στη δημοκρατία τους, το μεσαίο στρώμα των πολιτών, όσοι δεν ανήκουν στις δύο ακραίες και αντίθετες μερίδες, τους πλούσιους και τους φτωχούς. Έτσι είναι στην πολιτική τους φιλοσοφία «συντηρητικοί» δημοκράτες ή, πιο ακριβολογημένα, θιασώτες ενός καθεστώτος παραπλήσιου τύπου με τη δημοκρατία του Σόλωνα.

Οι πυθαγόρειοι φιλόσοφοι της εξεταζόμενης περιόδου (δηλαδή ο ίδιος ο Πυθαγόρας και οι μαθητές του) ασχολούνταν ενεργά με την πολιτική και εφάρμοζαν τις καθεστωτικές αντιλήψεις τους όπου έπαιρναν την εξουσία. Οι αντιλήψεις τους όμως αυτές τους έφεραν σε αντίθεση με τους οπαδούς της ολοκληρωμένης άμεσης δημοκρατίας, του καθεστώτος τύπου δημοκρατίας του Κλεισθένη. Η αντίθεση κατέληξε σε ένοπλη αναμέτρηση στην οποία νικήθηκαν οι πυθαγόρειοι. Από τότε (τέλη του 6ου αιώνα π.Χ) μειώθηκε το ενδιαφέρον τους για την πολιτική δραστηριότητα και περιορίστηκε βασικά στη φιλοσοφία και στην επιστήμη των μαθηματικών.

Μια πρόσκαιρη επανεμφάνισή τους στον πολιτικό στίβο σημειώθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα στον Τάραντα της Ιταλίας. Με επικεφαλής τον φιλόσοφο και μαθηματικό Αρχύτα πήραν στην πόλη αυτή την εξουσία και εγκαθίδρυσαν, όπως αναφέρει μια αξιόπιστη αρχαία μαρτυρία, καθεστώς δημοκρατικό και σύμφωνο με τις αρχές της κοσμοθεωρίας τους και της πολιτικής ιδεολογίας τους, ή μ’ άλλα λόγια, καθεστώς σολωνικής δημοκρατίας με ορισμένες τροποποιήσεις και βελτιώσεις.

«Οι Ταραντίνοι απόκτησαν κάποτε πολύ μεγάλη δύναμη, γιατί κυβερνιούνταν δημοκρατικά… αποδέχτηκαν επίσης τη φιλοσοφία των Πυθαγορείων και ιδιαίτερα του Αρχύτα, ο οποίος υπήρξε (εκλεγμένος) αρχηγός της πόλης πολύν καιρό10».

Ο Αρχύτας θεωρεί την ισότητα μαθηματική σχέση που ενυπάρχει στην ουσία κάθε πράγματος και συστήματος και εξασφαλίζει τη φυσιολογική, και καλύτερη, κατάσταση και λειτουργία του, την ισορροπία και αρμονία ανάμεσα στα διάφορα και αντίθετα συστατικά του στοιχεία και ιδιότητες και δυνάμεις. Στη φύση η σχέση αυτή εισάγεται και διατηρείται από τους αριθμούς (που είναι οι αρχές και δημιουργοί κάθε όντος, μαζί και των θεών) χωρίς τη μεσολάβηση ή τη βοήθεια άλλου παράγοντα ή δύναμης. Στην ανθρώπινη κοινωνία δεν συμβαίνει ωστόσο το ίδιο. Εδώ χρειάζεται επί πλέον η παρέμβαση των ίδιων των ανθρώπων, να φροντίζουν δηλαδή να έχουν καθεστώς ισότητας, δημοκρατικό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Ταραντίνος φιλόσοφος και πολιτικός είναι θιασώτης όχι μόνο της πολιτικής αλλά και της οικονομικής ισότητας ή πιο σωστά της «γεωμετρικής», σχετικής οικονομικής ισότητας. Με το δεύτερο όμως είδος ισότητας εννοεί ό,τι και ο Θαλής, τον μετριασμό δηλαδή της οικονομικής ανισότητας ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς, τα πιο αντίθετα αυτά τμήματα της κοινωνίας, πράγμα που, κατά την άποψή του, μπορεί να επιτευχθεί και πετυχαίνεται εύκολα, όταν συνειδητοποιηθεί η αναγκαιότητά του κι από τις δυο πλευρές.

«Όταν βρεθεί ο (σωστός) λογαριασμός, σταματάει την εξέγερση και αυξαίνει την ομόνοια. Γιατί όταν γίνει αυτό, δεν υπάρχει ανισότητα και πλεονεξία, αλλά κυριαρχεί η ισότητα. Πραγματικά μ’ αυτό το πράγμα κάνουμε τις συναλλαγές μας. Γι’ αυτό ακριβώς οι φτωχοί παίρνουν από τους οικονομικά ισχυρούς και οι πλούσιοι δίνουν στους άπορους, πιστεύοντας και οι δύο πλευρές ότι με τον τρόπο αυτόν θα αποκτήσουν την ισότητα μεταξύ τους. Αυτό το πράγμα είναι κανόνας και εμπόδιο. Σταματάει πριν από την διάπραξη της αδικίας τους άδικους ανθρώπους που ξέρουν να λογαριάζουν (σωστά), γιατί τους πείθει ότι δεν θα μπορέσουν να κρυφτούν, όταν φτάσουν σ’ αυτόν, ενώ εκείνους που δεν ξέρουν να λογαριάζουν τους εμποδίζει να αδικούν, γιατί τους δείχνει ότι αδικούν ήδη με το να μην ξέρουν να λογαριάζουν11».

Ο Άρχυτας ανήκει φαίνεται στην κατηγορία των φιλοσόφων που προσπάθησαν να μετατρέψουν την πολιτική από εμπειρική τέχνη σε επιστήμη και υπήρξε το πρότυπο του φιλόσοφου – άρχοντα, του φιλόσοφου – πολιτικού του Πλάτωνα (οι δυο φιλόσοφοι γνωρίζονταν προσωπικά μεταξύ τους και συνδέονταν με δεσμούς φιλίας).

1Πλούταρχος, Σόλων 14

2Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία ΙΧ. 2

3Στο ίδιο, ΧΙΙ, 1, 4,3

4Απόσπασμα 4 και 5

5Ηρόδοτος, ΙΙΙ, 142, (3-5)

6Απόσπασμα 1

7Απόσπασμα 8, 80, 10

8Απόσπασμα 114

9Απόσπασμα 4

10Στράβων VI, 280

11Απόσπασμα 3

Leave comment

Your email address will not be published. Required fields are marked with *.