Πε. Ιούν 27th, 2019

Life & Culture

Περιοδικό για τη Ζωή και τον Πολιτισμό

Μάρκος Βαμβακάρης : Ο εκφραστής ενός κόσμου που βίαια βάλθηκαν να του θάψουν την κοινωνική και πολιτιστική του παρουσία.

Πριν από το 1821 η Σύρα, με τους 5.000 περίπου κατοίκους της, ήταν ένα νησί που η μόνη διαφορά από τα άλλα του Αιγαίου πελάγους ήταν ότι οι κάτοικοί του, στην πλειοψηφία τους παπικοί, προστατεύονταν από το γαλλικό κράτος. Το γεγονός αυτό ήταν και η αιτία που όταν άρχισε ο αγώνας του 1821 ένα μεγάλο πλήθος Ελλήνων προσφύγων κατέφυγαν στη Σύρα για να βρουν άσυλο και προστασία. Έτσι, χιλιάδες Έλληνες προερχόμενοι από την Χίο, Μυτιλήνη, Σμύρνη, Ψαρά, Κυδωνιές, Κωνσταντινούπολή, Πελοπόννησο και άλλα μέρη, περί τις 8.000 οικογένειες, συγκεντρώθηκαν στην Σύρα και κυρίως στην πρωτεύουσα του νησιού, την Ερμούπολη.

Οι συνθήκες ζωής εκεί ήταν εξαιρετικά δύσκολες, από την υψηλή ανεργία και την έλλειψη κατοικίας. Με το τέλος του αγώνα του ’21, η Ερμούπολη έχει 15.000 περίπου κατοίκους. Η ανάπτυξή της συνεχίζεται και γρήγορα γίνεται το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της εποχής. Μέχρι το 1975 παραμένει το πρώτο λιμάνι της χώρας, για να ξεπεραστεί από τον Πειραιά στα επόμενα χρόνια, απ’ όταν αρχίζει και η παρακμή της.

Ο πληθυσμός ακολουθεί μια ανοδική πορεία μέχρι το 1889, αλλά στην απογραφή του 1896 τον βρίσκουμε να φτάνει μόλις τις 18.760, ενώ το 1853 είχε 19.981 κατοίκους. Θύμα και η Ερμούπολη του πρώτου μεταναστευτικού κύματος που άρχισε το 1893 – 1908 προς τις ΗΠΑ, ακολουθεί μοιραία τον δρόμο της παρακμής, τον δρόμο μιας επαρχιακής πρωτεύουσας που σιγά – σιγά εξαφανίζεται, δίπλα στον υδροκεφαλισμό της ανομοιόμορφα αναπτυσσόμενης περιοχής του λεκανοπεδίου της Αττικής. Έτσι φτάνουμε στην τελική φάση της παρακμής με 27.971 κατοίκους το 1961 και 16.092 το 1971.

Η Σύρα, λόγω της ειδικής και πρόωρης εμπορικής και βιομηχανικής ανόδου σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές της Ελλάδας, στάθηκε ο χώρος όπου σχηματίστηκαν και αναπτύχθηκαν οι πρώτοι εργατικοί πυρήνες. Έτσι, η ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος αρχίζει από την Σύρα. Εκεί ιδρύθηκε το πρώτο – κατά πάσα πιθανότητα – εργατικό σωματείο, το Φλεβάρη του 1879, με τίτλο «Αδελφικός Σύνδεσμος Ξυλουργών του Ναυπηγείου Σύρου».

Οι πρώτες μεγάλες απεργίες άρχισαν επίσης από την Σύρα. Έτσι, στα 1879, έχουμε την απεργία των εργατών του Ναυπηγείου που ξέσπασε, με αιτία την μεγάλη νομισματική κρίση, απεργία που πέρασε διάφορες φάσεις και κράτησε αρκετούς μήνες. Μετά ακολούθησε η απεργία των βυρσοδεψεργατών. Οι απεργίες αυτές αναστάτωσαν την, μέχρι τότε, «ήσυχη ζωή» του νησιού και προκάλεσαν μεγάλη εντύπωση. Αλλά, όπως είδαμε, στις αρχές του 20ου αιώνα η Σύρα περνά την παρακμιακή της φάση.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες βρίσκουμε τον Μάρκο στα πρώτα δώδεκα χρόνια της ζωής του. Πρόωρα μέσα στις διαδικασίες της παραγωγής – και από πατέρα μεροκαματιάρη, που αδυνατούσε να επιλύσει τα δύσκολα βιοποριστικά προβλήματα μιας πολυμελούς οικογένειας – ακολουθεί μοιραία τη γνωστή πορεία του εγκαταλειμμένου αγρότη, που θα καταντήσει με σιγουριά ένας αδύνατος και χωρίς πολιτική συνείδηση, ανειδίκευτος εργάτης στις λαϊκές συνοικίες του ολοένα αναπτυσσόμενου αστικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης θα γεννηθεί στις 10 Μαΐου του 1905, ημέρα Τετάρτη, στη συνοικία Σκαλί της Άνω Χώρας, στην Ερμούπολη της Σύρας. Ο πατέρας του, Δομένικος Βαμβακάρης και η μητέρα του, Ελπίδα Προβελλεγγίου, καταγόντουσαν από εκεί. Πρωτότοκος γιος με τρία ακόμα αδέρφια, τον Λεονάρδο, τον Φραγκίσκο, τον Αργύρη και δύο αδερφές, τη Ρόζα και τη Γράτσια.

Ο Μάρκος θα περάσει τα παιδικά του χρόνια στη Σύρα, μέχρι και το 1917.

Στον Πειραιά, θα περάσει τα δύσκολα χρόνια της εφηβείας του. Δεμένος με το λιμάνι και τις κάθε είδους δουλειές του, νόμιμες και παράνομες, θα κινηθεί μέσα σ’ ένα κοινωνικό και οικονομικό χώρο, βαθειά υποβαθμισμένο.

Στα χρόνια μετά την μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, θα γνωρίσει, και θα ζήσει κι αυτός, ανάμεσα στους απόκληρους μιας κοινωνίας, που κι αν ακόμα ήθελε, δεν μπορούσε να ενσωματώσει ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων, που απομονωμένοι, αλλά δίπλα στον κύριο κορμό της κοινωνίας, δημιουργούσαν ένα δικό τους κοινωνικό πρότυπο, ασυνείδητα μεν, δεμένο όμως με μια πολύχρονη παράδοση ανθρώπινων σχέσεων, πολιτιστικών δομών, ισχυρό, για μεγάλο χρονικό διάστημα, να αντισταθεί στις επιδράσεις ενός νέου τρόπου ζωής και κοινωνικής συμπεριφοράς, έξω από τα μέχρι τότε γνωστά και καθιερωμένα στην κοινωνική συνείδηση αυτού του κόσμου, που παρέμεινε δεμένος σε μια σειρά παλιών παραδόσεων.

Η φιλία που ακολούθησε με τον Γιώργο Μπάτη, τον Νίκο Αϊβαλιώτη και η επαφή μ’ αυτούς αλλά και με άλλους εκπροσώπους ενός χώρου που δενόταν με την «προϊστορία» του ρεμπέτικου, όπως του Σκριβάνου, του Σκούρτη, του Ζυμαρίτη, του Μιμίκου, του Μπογιατζή κ.α, θα τον σημαδέψει βαθιά και καθοριστικά για όλα τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Το όργανο που θα μάθει απ’ αυτούς και με το οποίο θα εκφράσει τους καημούς του, αλλά κι αυτούς ενός ολόκληρου κόσμου, θα γίνει ένα με το κορμί του.

 

Στου Καραϊσκάκη το 1930. Μπάτης, Μάρκος και συντροφιά.

 

Την γεμάτη απλές ιστορίες ζωή του θα καταφέρει, αργότερα, γέρος πια, να καταγράψει στην αυτοβιογραφία του – ένα κείμενο σταθμός, προσφορά για την αστική λαογραφία και μελέτη του τρόπου ζωής των κοινωνικών στρωμάτων που άλλαξαν τρόπο ζωής – συνήθως βίαια – στις αρχές του αιώνα στον κοινωνικό χώρο της Ελλάδας.

Ο πρώτος άτυχος γάμος του και οι σχέσεις του με τη πρώτη του γυναίκα θα τον κάνουν να γράψει τα πιο σκληρά τραγούδια για τις σχέσεις των δύο φύλων, αυτός που αργότερα με τη «Φραγκοσυριανή» του και τόσα άλλα ερωτικά του, θα δώσει το αποκορύφωμα της τρυφερότητας στις σχέσεις των δύο φύλων.

Η εποχή του χαρακτηρίστηκε από τη φτώχεια, την ανέχεια, την αυξημένη κοινωνική αδικία που οδηγούσε καθοδηγημένα στην ανεργία, την πορνεία, τη διάδοση των ναρκωτικών. Όλα αυτά, αναπόφευκτα, τον σημάδεψαν. Τα πρώτα του τραγούδια, όλα σχεδόν χασικλίδικα, αποτελούν μια τραγική κραυγή απόγνωσης, μια κοινωνική καταγγελία μπροστά στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί για τα κοινωνικά αυτά στρώματα.

Θα παλέψει πολύ αργότερα – δείγμα μιας διαφορετικής επαγγελματικής συνείδησης – για να μπορέσει να μεταφέρει τα τραγούδια του σε ευρύτερους χώρους μέσα από τον δίσκο του φωνόγραφου. Το 1932 – 33 οι πρώτες του προσπάθειες θα καρποφορήσουν και μια σειρά τραγουδιών του – ίσως τα σημαντικότερα – θα γραφούν σε δίσκους της COLUMBIA και της HIS MASTER’S VOICE, μετά από την ηχογράφηση των δύο πρώτων τραγουδιών του Μπάτη, με μπουζούκι και μπαγλαμά. Όμως, τη χαρά της πρώτης κυκλοφορίας δίσκου του θα την πάρει το 1934, όταν η PARLOPHONE αποφασίζει να γράψει και να κυκλοφορήσει το ΚΑΡΑΝΤΟΥΖΕΝΙ.

Σε λίγο θα κυκλοφορήσουν και οι δίσκοι που ηχογραφήθηκαν τον προηγούμενο χρόνο, έτσι που τα επόμενα χρόνια ο Μάρκος να καλύψει ένα μεγάλο μέρος της δισκογραφικής παραγωγής, εμπορικότατος ανάμεσα στα πρώτα ονόματα της δισκογραφίας, όπως του Τούντα, του Σκαρβέλη και του Παπάζογλου.

Μέχρι το 1942, που παντρεύτηκε για δεύτερη φορά, έζησε σε διάφορες συνοικίες του Πειραιά και ειδικά στα Ταμπούρια, Παλαιά Κοκκινιά, Δραπετσώνα. Στην Αθήνα, οδός Μενάνδρου 79, έμεινε τα δύο πρώτα χρόνια του γάμου του, μέχρι το 1944. Από το 1944 και μετά, μέχρι το 1968, έζησε στα Άσπρα Χώματα και από το 1968 μέχρι τις 8 Φεβρουαρίου του 1972, που πέθανε, στην Κοκκινιά.

Ήταν ο μοναδικός από τους λαϊκούς καλλιτέχνες του ρεμπέτικου τραγουδιού που συγκέντρωνε όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας ολοκληρωμένης καλλιτεχνικής λαϊκής προσωπικότητας. Ήταν στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής, έπαιζε ο ίδιος, έκανε το κουμάντο στην ορχήστρα και χόρευε. Τα τελευταία χρόνια μαζί με την αυτοβιογραφία του άρχισε να ασχολείται και με το μυθιστόρημα. Από τον δεύτερο γάμο του με την Ευαγγελία Βεργίου, απόκτησε τρία παιδιά. Τον Βασίλη το 1944, τον Στέλιο το 1947 και τον Δομένικο το 1949. Οι δυο τελευταίοι ακολουθούν το επάγγελμα του πατέρα τους.

Άρχισε να γράφει στίχους σε ηλικία 14 – 15 χρονών και σύνθεσε τα κλασικότερα και ωραιότερα ρεμπέτικα τραγούδια από το 1932 ως το 1950.

 

 

Η δεκαετία του ’50 τον βρίσκει άρρωστο και πικραμένο. Η εξαφάνισή του από τη δισκογραφία τον μαραζώνει. Παρ’ όλα αυτά συνέχισε να γράφει και, τη δεκαετία του 1960 – 1970, παρουσίασε μία ακόμη σειρά αξιόλογων τραγουδιών. Ήταν από τους ελάχιστους γνώστες των «κουρντισμάτων» του μπουζουκιού και γνώριζε εμπειρικά πολλούς από τους «δρόμους» που χρησιμοποιήθηκαν στα ρεμπέτικα τραγούδια, μοναδικός γνώστης των μυστικών του μουσικού αυτού οργάνου.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης στάθηκε ο γνησιότερος εκπρόσωπος της κλασικής περιόδου του ρεμπέτικου τραγουδιού που τοποθετείται στη δεκαετία του ’30. Η αντικειμενική ανάλυση όλων των στοιχείων που συνθέτουν την πολύπλευρη καλλιτεχνική του προσωπικότητα, αν και ακόμα δεν ολοκληρωθεί, οδηγεί όμως κατ’ αρχήν στο συμπέρασμα ότι αυτός αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη καλλιτεχνική μορφή στο χώρο της ελληνικής λαϊκής μουσικής, όπως αυτή άρχισε να διαμορφώνεται στη συγκεκριμένη φάση ανέλιξης της ελληνικής κοινωνίας και στο πέρασμά της από την αγροτική φάση οικονομίας στη βιομηχανική.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης μεταφέροντας από τη Σύρα την λαϊκή κουλτούρα αιώνων που μπόλιασαν εκεί οι χιλιάδες των κυνηγημένων απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας, συμπεριέλαβε και κωδικοποίησε μέσα στο μουσικό του έργο – ενστικτώδικα αλλά νομοτελειακά – εμπειρίες που καλύπτουν όλο το φάσμα των λαϊκών γνώσεων στους τομείς της λαϊκής ποίησης και μουσικής.

Τα κύρια χαρακτηριστικά που μπορούμε να διακρίνουμε στο μουσικό και ποιητικό έργο του Μάρκου Βαμβακάρη είναι:

  • Η διατήρηση της μονοφωνικής μελωδικής γραμμής που υπακούει με ακρίβεια στον δρόμο που έχει επιλεγεί τη στιγμή της σύνθεσης, παρ’ όλο που αργότερα αρχίζουν να διαφαίνονται οι επιδράσεις της ευρωπαϊκής αρμονίας σε ορισμένα του τραγούδια.
  • Η λιτότητα του στίχου που επηρεάζεται άμεσα από το συγκεκριμένο κάθε φορά πραγματικό γεγονός που οδηγεί στην αυθόρμητη σύλληψη και δημιουργία στα τραγούδια του, γίνεται χρήση όλων των μέτρων και ομοιοκαταληξιών.
  • Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης και έκφρασης των λαϊκών οργάνων παρά την αυστηρότητα της μελωδικής γραμμής. Χαρακτηριστικά παραμένουν τα αυτοσχεδιαστικά κομμάτια του.
  • Η σαφήνεια στον ρυθμό του χορού (είτε πρόκειται για ζεϊμπέκικο, είτε για χασάπικο, χασαποσέρβικο, συρτό ή αντικριστό), ο οποίος τονίζεται σε όλες τις φάσεις εξέλιξης του τραγουδιού.
  • Η φωνητική εκτέλεση – που γίνεται κυρίως από τον Μάρκο ή και τον Στράτο – έχει τα χαρακτηριστικά μιας λαϊκής ανδρικής φωνής: Αδυναμία υψηλών φθόγγων, βραχνάδα, ευχέρεια τσακίσματος, πιστότητα ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.
  • Η απόλυτη ταυτότητα μουσικού και ποιητικού ύφους, αλλά και ποιητικών και μουσικών μέτρων και ρυθμών λόγω της ταυτόχρονης δημιουργίας μουσικής και στίχου, για τις περισσότερες περιπτώσεις. Δεν είναι τυχαίο που ο ζεϊμπέκικος έχει επιλεγεί για τα παραπονιάρικα τραγούδια του Μάρκου, ενώ ο χασάπικος, συρτός και χασαποσέρβικος για τα σκωπτικά, τα ευχάριστα κλπ.

Σήμερα, μέσα από τη μελέτη και τις παρατηρήσεις πάνω στα τραγούδια του Μάρκου, φαίνεται όλο και περισσότερο ότι ο σπουδαίος αυτός δημιουργός, μέσα από την απλότητα της έκφρασής του σε όλες τις εκδηλώσεις, μας αποκαλύπτει την πορεία ενός κόσμου που βίαια βάλθηκαν να του θάψουν την κοινωνική και πολιτιστική του παρουσία.

 

Αφήστε μια απάντηση

Copyright Life & Culture © 2018 - 2019 All rights reserved. | Newsphere by AF themes.