Δε. Ιούν 24th, 2019

Life & Culture

Περιοδικό για τη Ζωή και τον Πολιτισμό

Η Ίδρυση της Ρώμης

Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έφτασε στο αποκορύφωμα της δύναμής της, αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ , η εξουσία της Ρώμης απλώνονταν σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Οι ρωμαϊκές συνήθειες, οι νόμοι, η ρωμαϊκή σκέψη και η λατινική γλώσσα κυριάρχησαν με την επιρροή τους στα δυο τρίτα της Ευρώπης, στην Εγγύς Ανατολή και σ’ ολόκληρη τη μεσογειακή ακτή της Αφρικής. Καμιά άλλη αυτοκρατορική δύναμη δεν άσκησε ποτέ τόσο μεγάλη επιρροή στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Και όταν, αργότερα, τα ενδιαφέροντα των Ευρωπαίων επεκτάθηκαν στον αρχαίο κόσμο της Ινδίας, στο νέο κόσμο της Αμερικής (της Βόρειας και της Νότιας), στην Άπω Ανατολή και στην απέραντη αφρικανική ήπειρο, η σφραγίδα του ρωμαϊκού πολιτισμού έμεινε αποτυπωμένη στη μισή υδρόγειο. Σαν κατόρθωμα που πραγματοποιήθηκε από ένα μόνο έθνος, οι ρωμαϊκές κατακτήσεις έχουν ένα πλάτος που σου κόβει την αναπνοή. Αν όμως κοιτάξουμε την αφετηρία απ’ όπου ξεκίνησε η Ρώμη για να πραγματοποιήσει τη θαυμαστή πορεία της, το μεγαλειώδες αυτό ιστορικό γεγονός φαίνεται ακόμα πιο φανταστικό.

Η ίδρυση της πόλης της Ρώμης σκεπάζεται από την αχλή του θρύλου. Αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, αν ληφθεί υπ’ όψη ότι, στα δύο χιλιάδες χρόνια πριν από την γέννηση του Χριστού, οι ιστορικοί της δυτικής Ευρώπης, αντίθετα από τους συγχρόνους τους Εβραίους ιστορικούς, μεταδίδανε τα γεγονότα προφορικά, με την αφήγηση ή με το τραγούδι και όχι με το γραπτό λόγο, επειδή το ανώτερο επίπεδο όπου είχε φτάσει ο πολιτισμός των Εβραίων πχ και των Ελλήνων δεν ήταν ακόμη προσιτό στους ανθρώπους του δυτικού κόσμου.

Ωστόσο, οι νεότεροι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ενδείξεις που πείθουν ότι ο θρύλος στηρίζεται στην πραγματικότητα. Για παράδειγμα, ο θρύλος βεβαίωνε πάντα ότι η πόλη ιδρύθηκε το 753 π.Χ και ήδη έχουν ανακαλυφθεί ερείπια που αποδεικνύουν ότι η χρονολογία αυτή δεν βρίσκεται πολύ μακριά από την αλήθεια.

Όταν ο Λίβιος, ο πιο φημισμένος από τους Ρωμαίους ιστορικούς, άρχισε να γράφει την «Ιστορία της Ρώμης», που την ολοκλήρωσε σε 142 βιβλία γύρω στα 20 π.Χ, περιγράφοντας την ίδρυση της πόλης αρκέστηκε να αναφέρει το μύθο. Και δικαιολογείται έτσι: «Τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από τη γέννηση της Ρώμης ή εκείνα που μπορούμε απλώς να υποθέσουμε, μας μεταδόθηκαν από αρχαίες αφηγήσεις, πλούσιες σε ποιητική γοητεία περισσότερο παρά σε ιστορικό περιεχόμενο, κι εγώ δεν προτείνω ούτε να γίνουν αποδεκτές οι παραδόσεις αυτές σαν αληθινές ούτε να απορριφθούν. Όταν η πανάρχαιη παράδοση δεν κάνει σαφή διάκριση ανάμεσα στο ανθρώπινο και το υπερφυσικό, δε βλέπω κανένα λόγο να επικριθεί. Αυτή δίνει στο παρελθόν κάποια δικαίωση, κι αν υπάρχει ένα έθνος που έχει δικαίωμα να επικαλείται θεϊκή προέλευση, το έθνος αυτό είναι το δικό μας. Όταν οι Ρωμαίοι υποστηρίζουν ότι ο Άρης (ο θεός του πολέμου) είναι ο γενάρχης τους και ο πατέρας του ανθρώπου που ίδρυσε την πόλη τους, όλοι οι λαοί του κόσμου, εκτιμώντας τη δόξα που κέρδισε το έθνος μας στον πόλεμο, πρέπει να δεχτούν αυτή την αντίληψη με όση προθυμία δέχτηκαν και τη διακυβέρνηση της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Η εκδοχή που διατυπώνει ο Λίβιος για το μύθο είναι η ακόλουθη:

Η ιστορία της αρπαγής της Ελένης από τον Πάρι και ο Τρωικός πόλεμος που προκλήθηκε απ’ αυτήν – μύθος, επίσης, κατά μέγα μέρος – είναι πολύ γνωστή από πλήθος περιγραφές. Οι Έλληνες όπως ξέρουμε, νίκησαν στον πόλεμο αυτήν ύστερ’ από πολιορκία δέκα χρόνων και πυρπόλησαν την Τροία ως τα θεμέλια. Ανάμεσα στους πρόσφυγες που γλίτωσαν από την καταστροφή, ήταν και κάποιος ονόματι Αινείας, που έφερε μαζί του τον πατέρα του Αγχίση, γιο της Αφροδίτης, της θεάς του Έρωτα.

Μαζί με τον Αινεία έφυγε και μια μικρή ομάδα πολιτών της Τροίας. Ύστερα από μακροχρόνια περιπλάνηση, μια θύελλα ανάγκασε τον Αινεία να καταφύγει στην Καρχηδόνα. Η βασίλισσα της Καρχηδόνας, Διδώ, τον ερωτεύθηκε. Στην κατάσταση που βρισκόταν ο Αινείας θα πρέπει να δέχθηκε πρόθυμα τα πλεονεκτήματα της άνετης ζωής που σίγουρα απολάμβανε σαν ευνοούμενος της βασίλισσας, αλλά, πνεύμα ανήσυχο καθώς ήταν, ύστερα από ένα διάστημα εγκατέλειψε τη Διδώ, που αυτοκτόνησε, και ξανάρχισε την περιπλάνησή του.

Αρχικά έφτασε στη Σικελία αλλά ο τόπος δεν του άρεσε. Έτσι, συνέχισε το ταξίδι του προς την ιταλική χερσόνησο, όπου αποβιβάστηκε σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Λαουρέντο. Στο ταξίδι, οι σύντροφοι του Αινεία είχαν χάσει τα πάντα εκτός από τα σπαθιά τους. Όταν πάτησαν στη στεριά, καθώς αναζητούσαν οτιδήποτε που θα μπορούσε να τους είναι χρήσιμο, συνάντησαν ένα απόσπασμα από οπλισμένους ανθρώπους του τόπου που είχαν αρχηγό τους κάποιον με το όνομα Λατίνος.

«Υπάρχουν, αφηγείται ο Λίβιος, δύο εκδοχές γι’ αυτό που συνέβη τότε. Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, έγινε μάχη και ο Λατίνος, νικημένος, ήρθε σε συμφωνία με τον Αινεία και του έδωσε τη θυγατέρα του για σύζυγο. Κατά την άλλη, πριν ακόμα αρχίσει η μάχη, ο Λατίνος βγήκε μπροστά τους ζητώντας να διαπραγματευθεί».

Περίεργος για την προέλευση των ξένων, ο Λατίνος ρώτησε τον Αινεία ποιος ήταν και από που ερχόταν. Και αφού άκουσε την ιστορία του, είπε πως δεν είχε καμιά αντίρρηση να εγκατασταθούν οι Τρώες στο έδαφός του και πρόσφερε στον Αινεία τη φιλία του. Ο Αινείας δέχθηκε την προσφορά κι έγινε γαμπρός του Λατίνου.

Οι Τρώες έλπιζαν έτσι ότι είχαν βρει τελικά έναν τόπο για μόνιμη διαμονή. Εγκαταστάθηκαν και ίδρυσαν μιαν αποικία που ο Αινείας την ονόμασε Λαβίνιο (Lavinium) από το όνομα της γυναίκας του Λαβίνιας. Πολύ γρήγορα απόκτησε γιο που του δόθηκε το όνομα Ασκάνιος.

Αργότερα οι Τρώες και οι Λατίνοι ίδρυσαν τις δυνάμεις τους σ’ έναν πόλεμο εναντίον του Τούρνου, ηγεμόνα των Ρουτούλων, που είχε λάβει υπόσχεση από τον Λατίνο να του δώσει σαν σύζυγο τη Λαβίνια, πριν από τον ερχομό του Αινεία. Εξοργισμένος για την αθέτηση, ο Τούρνος εξαπέλυσε επίθεση κατά των Τρώων και των Λατίνων. Οι Ρούτουλοι νικήθηκαν, αλλά ο Λατίνος σκοτώθηκε στη μάχη. Ο Τούρνος, που από καιρό ανησυχούσε με την εγκατάσταση της τρωικής αποικίας, τώρα, ακόμα πιο φοβισμένος για το μέλλον, αναζήτησε ένα σύμμαχο. Απευθύνθηκε λοιπόν στον πλούσιο και ισχυρό βασιλιά των Ετρούσκων Μεζένθιο και δεν δυσκολεύτηκε να τον πείσει, γιατί κι αυτός ζήλευε τους Τρώες.

Για να ενώσει καλύτερα τους ανθρώπους του, ο Αινείας δήλωσε ότι, από εκείνη τη στιγμή, οι Τρώες του θα ονομάζονταν Λατίνοι. Αυτό άρεσε στους Λατίνους, που αμέσως δέχτηκαν τον Αινεία σαν βασιλιά και αρχηγό. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, οι δυο λαοί συγχωνεύθηκαν σ’ ένα έθνος, πράγμα που έδωσε στον Αινεία την αναγκαία αυτοπεποίθηση για να κηρύξει τον πόλεμο στους Ετρούσκους και τους συμμάχους των, παρά τη μεγάλη τους δύναμη.

Όπως γράφει ο Λίβιος, η «Ετρουρία, πραγματικά, εκείνο τον καιρό είχε αποκτήσει μεγάλο όνομα και η επιρροή της απλωνόταν στη στεριά και στη θάλασσα, σ’ ολόκληρη την Ιταλία, από τις Άλπεις ως τη Σικελία». Ο Αινείας ωστόσο δε θέλησε να περιοριστεί στην άμυνα και επιτέθηκε. Οι Λατίνοι νίκησαν, αλλά έχασαν τον αρχηγό τους. Ο Αινείας ενταφιάστηκε στην όχθη του ποταμού Νουμιτίου, αφηγείται ο Λίβιος και αναρωτιέται: «Ήταν άνθρωπος ή θεός; Ό,τι και να ήταν, οι άνθρωποι τον ονόμασαν «Πατρώο Δία».

Ο Ασκάνιος ήταν πολύ νέος για να κληρονομήσει το βασίλειο κι έτσι η μητέρα του Λαβίνια, γυναίκα με έντονη προσωπικότητα και ισχυρό χαρακτήρα, ονομάστηκε αντιβασίλισσα ως την ενηλικίωση του γιου της. Όταν ο Ασκάνιος ανέβηκε στο θρόνο, το Λαβίνιο ήταν πόλη πολυάνθρωπη και πλούσια, ωστόσο ο Ασκάνιος την εμπιστεύθηκε και πάλι στη μητέρα του και πήγε να ιδρύσει μια νέα αποικία στους πρόποδες του λόφου Αλμπάνο, που της έδωσε το όνομα Άλπα Λόνγκα.

Οι Λατίνοι αύξησαν τη δύναμη και τον πλούτο τους έτσι που οι Ετρούσκοι δεν είχαν πια καμιά διάθεση να τους επιτεθούν. Τους πρότειναν λοιπόν συμφωνία και καθορίστηκε σαν σύνορο ανάμεσα στις δύο χώρες ο ποταμός Αλμπούλα, που πολύ σύντομα μετονομάστηκε σε Τίβερη. Τα χρόνια πέρασαν και τον Ασκάνιο διαδέχθηκε ο γιος του Αινείας Σίλβιος που ονομάστηκε έτσι γιατί είχε γεννηθεί «μέσα στα δάση (selve). Από τότε οι βασιλιάδες της Άλμπας πρόσθεταν στο όνομά τους και την προσωνυμία Σίλβιος. Ήταν καιροί βίας και οι βασιλιάδες της Άλμπας βασίλεψαν σε γοργή διαδοχή, ωσότου ο Αμούλιος δολοφόνησε τον αδελφό του, έγινε κύριος του θρόνου κι έπειτα σκότωσε τους άρρενες ανεψιούς του και για να είναι πιο σίγουρος ότι κανείς απόγονος δε θα μπορούσε μια μέρα να διεκδικήσει το θρόνο, πρόσταξε, η μοναδική του ανεψιά, Ρέα Σιλβία, να γίνει Εστιάδα, καταδικάζοντάς την σε ισόβια παρθενία.

Παρά τις απαγορεύσεις όμως του βασιλιά, η Ρέα Σιλβία έμεινε έγκυος κι όταν ήρθε ο καιρός έφερε στον κόσμο δύο δίδυμα. Δήλωσε τότε ότι πατέρας τους ήταν ο Άρης, θεός του πολέμου. «Ίσως πίστευε, σχολιάζει ο Λίβιος, ή ίσως έλπιζε πως αν ισχυριζόταν ότι ο διαφθορέας της ήταν θεός, δε θα την έκριναν ένοχη». Όμως του κάκου. Ο βασιλιάς Αμούλιος δεν έδωσε πίστη στα λόγια της. Πρόσταξε να την κλείσουν στη φυλακή και να πνίξουν τα δίδυμα στον Τίβερη. «Αλλά το πεπρωμένο έπαιξε τον ρόλο του», λέει ο Λίβιος.

Ο Τίβερης είχε πλημμυρίσει και στάθηκε αδύνατο για τους ανθρώπους που είχαν αναλάβει την εξόντωση των παιδιών να φτάσουν στο ποτάμι. Γι’ αυτό, περιορίστηκαν ν’ αφήσουν το καλάθι με τα βρέφη στην άκρη των νερών που είχαν ξεχυθεί με την πλημμύρα. Όταν τα νερά αποσύρθηκαν, άφησαν τα δυο βρέφη απείραχτα σε στεγνό τόπο και μια λύκαινα που είχε ακούσει τα κλαψουρίσματά τους, ζύγωσε, κατάλαβε πως πεινούσαν και τα θήλασε.

Όταν, αργότερα, κάποιος βοσκός του βασιλιά, ο Φαυστύλος, βρήκε τα δίδυμα, τα έφερε στο καλύβι του και τα εμπιστεύθηκε στη φροντίδα της γυναίκας του, που τους έδωσε τα ονόματα Ρωμύλος και Ρώμος. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έγιναν νέοι γεμάτοι ζωντάνια, πάντα έτοιμοι για δράση, που όμως ξέπεφτε συχνά. Την κλίση τους αυτή την πλήρωναν συνήθως οι γείτονες που είχαν ζωντανά. Σε πολλές περιπτώσεις, πιάστηκαν και τιμωρήθηκαν. Κάποτε, όταν ο Ρώμος ανακαλύφθηκε και ο Ρωμύλος κατάφερε να ξεφύγει, ο Φαυστύλος, που πάντα είχε υποψίες για την ταυτότητα των δυο αγοριών, φανέρωσε τις υποψίες του στον Ρωμύλο κι αυτός μίλησε με τη σειρά του στο βασιλιά Νουμίτορα, που κρατούσε τον Ρώμο φυλακισμένο. Ο Νουμίτωρ πείσθηκε για την αλήθεια της ιστορίας και όταν ο Ρωμύλος του πρότεινε να εκδικηθεί τον Αμούλιο, δέχτηκε να βοηθήσει τα παιδιά. Σε μια πολιορκία, ο Αμούλιος σκοτώθηκε και ο Νουμίτωρ έγινε βασιλιάς της Άλμπα Λόγκα, ενώ οι δυο νέοι αποφάσισαν να ιδρύσουν μιαν αποικία στον τόπο όπου ο Φαυστύλος τους είχε βρει μαζί με τη λύκαινα. Το σχέδιο ευνοήθηκε από τον Νουμίτορα, γιατί η Άλμπα Λόγκα υπέφερε από υπερπληθυσμό. Κατά κακή τύχη, η ίδρυση της αποικίας διαταράχθηκε από τη φιλονικία των νέων, ποιός από τους δυο θα κυβερνούσε την πολιτεία. Αποφάσισαν να εμπιστευθούν στο χρησμό των θεών και πήραν θέση, ο Ρωμύλος στον Παλατίνο λόφο και ο Ρώμος στον Αβεντίνο, για να παρατηρήσουν τους οιωνούς.

Αλλά και όταν έφτασαν τα θεϊκά σημεία κανείς δε θέλησε να τα δεχτεί και ξέσπασε σύγκρουση ανάμεσα στους οπαδούς των δυο διδύμων. Στην αναταραχή που ακολούθησε, ο Ρώμος, ίσως για να χλευάσει τον αδελφό του, πήδησε έξω από το τείχος που χώριζε στα δυο τη νέα αποικία και ο Ρωμύλος, ασυγκράτητα παράφορος, τον σκότωσε φωνάζοντας: «Έτσι θα πεθαίνει όποιος κι αν είναι αυτός που θα τολμούσε να περάσει τα σύνορά μου». Τότε ο Ρωμύλος έγινε βασιλιάς και η νέα πόλη πήρε απ’ αυτόν το όνομά της και ονομάστηκε Ρώμη.

«Η πρώτη φροντίδα του Ρωμύλου, αναφέρει ο Λίβιος, ήταν να οχυρώσει τον Παλατίνο λόφο κι ύστερα να προσφέρει θυσίες… Αφού εκπλήρωσε το θρησκευτικό χρέος με μια ειδική τελετή, κάλεσε τους υπηκόους του γύρω του και υπαγόρευσε τους νόμους. Όμως ο λαός, για να τον υπακούσει, απαιτούσε ορατά σημεία της εξουσίας του κι έτσι ο Ρωμύλος φρόντισε να δυναμώσει τη θέση του και το κύρος του με διάφορες καινοτομίες. Έτσι, λόγου χάρη, δημιούργησε τον θεσμό των δώδεκα ραβδούχων που θα αποτελούσαν τη συνοδεία του».

Με τη διακυβέρνηση του Ρωμύλου, η Ρώμη μεγάλωσε γρήγορα όχι μονάχα σε έκταση αλλά και σε πλούτο και δύναμη και σύντομα ήταν σε θέση να ανταγωνιστεί όλους τους γείτονες. Υπήρχε ωστόσο ένα σοβαρό εμπόδιο για το μελλοντικό μεγαλείο της: έλειπαν οι γυναίκες. Όσο κι αν προσπάθησε, ο Ρωμύλος δεν κατόρθωνε να πείσει τις γυναίκες από τις γειτονικές φυλές να παντρευτούν με Ρωμαίους και αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένα απεγνωσμένο σχέδιο.

Οργάνωσε μια γιορτή όπου κάλεσε όλους τους κατοίκους από τη γειτονική περιοχή. Όταν η γιορτή έφτασε στο αποκορύφωμά της, ο Ρωμύλος έκανε νόημα στους ανθρώπους του και ο καθένας διάλεξε μια γυναίκα ανάμεσα από τις θυγατέρες των ξένων και την άρπαξε. Αυτή ήταν η περίφημη αρπαγή των Σαβίνων. Οι γονείς διαμαρτυρήθηκαν και οι ίδιες οι νεαρές γυναίκες έδειχναν για μεγάλο διάστημα αποστροφή και αγανάκτηση, αλλά ύστερα από καιρό τα πράγματα ηρέμησαν και οι γυναίκες προετοιμάστηκαν να γίνουν μητέρες του μεγαλύτερου έθνους της αρχαιότητας. Έτσι, με τους ανθρώπους του παντρεμένους και εξασφαλισμένες τις μελλοντικές γενεές, ο Ρωμύλος άρχισε μια εκστρατεία για να υποτάξει τους γείτονες και η επιχείρησή του τέλειωσε με απόλυτη επιτυχία. Ταυτόχρονα, έδωσε στους κυβερνητικούς θεσμούς νέα μορφή, που θα αποτελούσε τη βάση της ρωμαϊκής διοικήσεως όσο θα κρατούσε η εξουσία της Ρώμης.

Ο Λίβιος αναφέρει ότι ο θρύλος για τον Ρωμύλο τελειώνει έτσι: «Μια μέρα, καθώς επιθεωρούσε το στρατό του στο Πεδίο του Άρεως κοντά στο έλος της Κάπρα, ξέσπασε καταιγίδα με αστραπές και βροντές. Τον τύλιξε ένα σύννεφο τόσο πυκνό, που τον έκρυψε από τα μάτια του πλήθους κι από τη στιγμή εκείνη δεν ξαναφάνηκε πια πάνω στη γη». Οι διάδοχοι του Ρωμύλου, μυθικοί ή πραγματικοί, εξακολούθησαν να απλώνουν την εξουσία τους πάνω σε κάθε φυλή ή λαό που ερχόταν σ’ επαφή μαζί τους και, με το πέρασμα των χρόνων, οι κατακτήσεις τους έφταναν όλο και πιο μακριά. Πεντακόσια χρόνια μετά την ίδρυσή της, η Ρώμη είχε τον τον έλεγχο όλης της Ιταλίας, της Σικελίας, της Σαρδηνίας και της Κορσικής. Από το σημείο αυτό άρχισε να επεκτείνεται η αυτοκρατορία της στην Ευρώπη και, στο τέλος μιας χιλιετίας, εξουσίαζε όλες τις χώρες που αναφέραμε στην αρχή.

Την εποχή εκείνη, οι Ρωμαίοι δημιούργησαν έναν πολιτισμό που θα άφηνε ανεξάλειπτα ίχνη στους επόμενους πολιτισμούς, κυρίως στην Ευρώπη, ως τις μέρες μας. Μεγάλοι νομοθέτες, μεγάλοι κυβερνήτες, μεγάλοι αρχιτέκτονες, κατασκευαστές επιβλητικών κτιρίων και απέραντων δρόμων, άνθρωποι εκλεπτυσμένου γούστου, δημιουργοί μιας μεγάλης λογοτεχνίας, οι άνθρωποι που ξεκίνησαν από τον πρωτόγονο οικισμό πάνω στον Παλατίνο λόγο το 753 π.Χ, άφησαν μια κληρονομιά όπου έχει την αφετηρία του, κατά το μεγαλύτερο μέρος, ο σημερινός δυτικός πολιτισμός.

Πράγματι, η ρωμαϊκή επίδραση είναι τόσο βαθιά στους νόμους, στη γλώσσα, σε πολλούς από τους δικούς μας θεσμούς θεμελιωμένους πάνω σε ρωμαϊκά πρότυπα, ώστε θα ήταν δύσκολο να φανταστούμε πώς θα ήταν η ζωή μας χωρίς αυτή την επίδραση.

←Επιστροφή

Αφήστε μια απάντηση

Copyright Life & Culture © 2018 - 2019 All rights reserved. | Newsphere by AF themes.