Life & Culture

Περιοδικό για τη Ζωή και τον Πολιτισμό

Η φιλοσοφία της παιδαγωγικής και της εκπαίδευσης στον Κορνήλιο Καστοριάδη : προεκτάσεις και κατευθύνσεις στη σύγχρονη κοινωνία.

(Εισήγηση στο Συνέδριο «Η κοινωνική και πολιτική σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη. 20 χρόνια μετά», 1-3Δεκεμβρίου 2017, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Σχολή Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας)

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ου αιώνα, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί με τις ιδέες, αλλά και με το έργο του να είναι πάντα εδώ, ανάμεσα μας, σήμερα ίσως περισσότερο από ποτέ. Στο πλαίσιο της έρευνας μου για τη συγγραφή της εισήγησής μου αυτής, θέλοντας κι εγώ να τιμήσω τον άνθρωπο που κατάφερε με τρόπο αριστοτεχνικό να συνενώσει στο έργο του τις οικονομικές επιστήμες, την ψυχανάλυση, την πολιτική και κυρίως την φιλοσοφία, δείχνοντας μας έναν άλλον δρόμο, βρέθηκα μπροστά σε έναν απέραντο πλούτο σκέψης αναφορικά με τη φιλοσοφία της παιδαγωγικής, της παιδείας, αλλά και της εκπαίδευσης και είχα παράλληλα τη δυνατότητα να προβληματιστώ σχετικά με τη διαχρονικότητα του θεωρητικού του στοχασμού στους τομείς αυτούς.
Οι ρηξικέλευθες όσο και άκρως διαυγείς θέσεις του Καστοριάδη στα τόσο νευραλγικής σημασίας αυτά κοινωνικά πεδία, αποτελούν για όλους εμάς που σήμερα βρισκόμαστε εδώ συμμετέχοντας στο συνέδριο που διοργανώνει το Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, υπό την αιγίδα του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Πολιτική Επιστήμη και Ιστορία» και που είναι αφιερωμένο σε εκείνον, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, μια μοναδική ευκαιρία ώστε να κατανοήσουμε το εύρος της επιστημονικής του οπτικής στους συγκεκριμένους αυτούς τομείς και να ερευνήσουμε ταυτόχρονα κατά πόσο ο φιλοσοφικός του στοχασμός πάνω στην παιδαγωγική, την παιδεία και την εκπαίδευση μπορούν να μας βοηθήσουν στην προσπάθεια μας να προσεγγίσουμε και γιατί όχι να υπερβούμε την σύγχρονη κρίση των κοινωνιών μας.
Πολύτιμος οδηγός και εργαλεία μας στην ερευνητική αυτή αναζήτηση είναι οι αναφορές που συναντάμε – άμεσα ή έμμεσα – στο έργο του Καστοριάδη και στις συνεντεύξεις του αναφορικά με την παιδαγωγική επιστήμη και την εκπαίδευση, καθώς και οι δύο από τη φύση τους συνηθίζουν να αντλούν τη δυναμική τους και από άλλα ευρύτερα επιστημονικά πεδία όπως η φιλοσοφία, η πολιτική σκέψη, η κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία, τα μαθηματικά, η γλωσσολογία, η ψυχανάλυση, τομείς στους οποίους ο φιλόσοφος άπλωσε το διεισδυτικό του βλέμμα. Και για να έχει νόημα η επιστημονική αυτή προσέγγιση, θα εξετάσουμε, στο χρονικό περιθώριο που έχουμε στη διάθεσή μας, πώς θα μπορούσαν οι αναφορές και οι επισημάνσεις αυτές του Καστοριάδη να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και να καθοδηγήσουν την κοινωνία μας και το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Έχοντας ως δεδομένο τη βεβαιότητα ότι για τον Καστοριάδη η συνολική κοινωνική κατάσταση είναι πάντοτε άρρηκτα συνδεδεμένη με το παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο που διαμορφώνεται μέσα σε αυτή, θα δούμε πώς ο παιδαγωγικός Καστοριάδης οραματίζεται και περιγράφει ένα εκπαιδευτικό σύστημα που στόχο θα έχει να δίνει τα εφόδια στους νέους ανθρώπους ώστε να μάθουν να σκέπτονται συγκροτώντας μια κριτική αντίληψη απέναντι στην πολιτική, την ίδια την κοινωνία, τον άνθρωπο, και τελικά απέναντι στη ζωή.
Ο Καστοριάδης μαζί με άλλους σημαντικούς στοχαστές του 20ου αιώνα οραματίστηκαν μια νέα πραγματικότητα για την ανθρωπότητα, ασκώντας συνήθως έντονη κριτική στο παρελθόν, αλλά σε κάποιες περιπτώσεις και στο παρόν του πολιτισμού και της πολιτιστικής ταυτότητας των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών. Όπως γνωρίζουμε καλά στον 20ο αιώνα δοκιμάστηκαν, στην πράξη, οι ιδεολογίες και οι βεβαιότητες των περασμένων αιώνων, με την μερίδα του λέοντος να κατέχουν αυτές του 19ου αιώνα, ενώ όσες δοκιμάζονται ακόμα στις μέρες μας, όλα δείχνουν ότι δοκιμάζονται σκληρά και μάλιστα μέχρις σημείου να φτάνουν τα όρια τους. Ο Καστοριάδης όμως μαζί με άλλους, κάνοντας ένα βήμα παραπέρα, ασκεί εντονότατη κριτική ακόμα και στην περίοδο που ακολουθεί το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καταδικάζοντας τον γενικευμένο κομφορμισμό που επικρατεί στις κοινωνίες αυτές.
Και σίγουρα δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού ο αναγεννησιακός τύπος ανθρώπου και στοχαστή που αντιπροσώπευε ο Καστοριάδης άπλωσε τη ματιά του σε ένα ευρύτατο πεδίο αναζητώντας απαντήσεις μέσα από μια βαθιά σπουδή των πραγμάτων, κατορθώνοντας να συγκροτήσει και να οργανώσει μια κριτική αντίληψη στην κληρονομημένη γνώση και σκέψη και να χαράξει μια νέα αντίληψη για την πολιτική, την κοινωνία, τον άνθρωπο.
Ο Καστοριάδης ως κεντρικό άξονα του φιλοσοφικού του στοχασμού προτάσσει την αυτονομία του ανθρώπου και κατ΄επέκταση της ίδιας της κοινωνίας. Ο στοχαστής, το έργο του οποίου αποτελεί ύμνο στην δημοκρατία της Αρχαίας Ελλάδας, μιας άμεσης δημοκρατίας μεν, επιλεκτικής δε ως προς τα μέλη της, δε θα μπορούσε να μην διαμορφώσει τον παιδαγωγικό Καστοριάδη θέτοντας ως βάση τις αξίες της δημοκρατίας αυτής σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της κοινωνίας, την παιδεία και την εκπαίδευση.
Σε μία από τις διαλέξεις που έδωσε ο Καστοριάδης στην Ελλάδα από τις 13-24 Φεβρουαρίου 1989, στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στον Βόλο, στο Ρέθυμνο, στο Ηράκλειο, πηγή έμπνευσης του στάθηκε το πρώτο στάσιμο της Αντιγόνης του Σοφοκλή καθώς εκεί εκφράζεται ο θαυμασμός για τη δαιμονική φύση του ανθρώπου ως πηγή δημιουργίας πολιτισμού. Στους στίχους 332-333 διαβάζουμε : «Πολλά τα δεινά και ουδέν ανθρώπου δεινότερον πέλει » (σε μετάφραση Κ.Χ. Μύρη « Πολλά γεννούν το δέος· το μέγα δέος ο άνθρωπος γεννά», αλλά και στους στίχους 355-356 συναντάμε το περίφημο «καὶ φθέγμα καὶ ἀνεμόεν φρόνημα καὶ ἀστυνόμους ὀργὰς ἐδιδάξατο…» ( ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά, τη σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων, την όρεξη να ζει σε πολιτείες· ) όπου αστυνόμος θα πει θεσμιστική, 1και οργά είναι η ορμή, το πάθος, σε μια ευθεία αναφορά στο ότι οι άνθρωποι, πάνω στην ορμή του πάθους έστησαν πραγματικές πολιτείες, όπως αυτή μέσα στην οποία γεννήθηκε ο Σοφοκλής και για τη οποία έγραψε τις τραγωδίες του. Το πάθος για τα κοινά αποτελεί οδηγό στην πορεία του αυτόνομου ανθρώπου και αν το πάθος αυτό απουσιάζει σε συνδυασμό με τη ευθύνη και τη συμμετοχή, αλλά και την αστυνόμο οργά, μπορεί – μας λέει ο Καστοριάδης – να γράφουμε ωραία βιβλία και να εκφωνούμε ωραίους λόγους, αλλά όλα αυτά δεν θα είναι ουσιαστικά τίποτα, δε θα σημαίνουν απολύτως τίποτε.
Ακόμα μια βασική αξία πάνω στην οποία ο Καστοριάδης εστιάζει σε σχέση με την φιλοσοφία της παιδαγωγικής και την εφαρμογή της στην πράξη στην παιδεία και την εκπαίδευση είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να αμφισβητεί και να κρίνει κάθε παραδοσιακή κανονιστική αρχή όχι με τρόπο αφοριστικό, αλλά με όρους ρεαλισμού, δίνοντας έμφαση στο αληθινό και το αντικειμενικό, έχοντας πάντα ως πρότυπο το ιστορικό παράδειγμα της Αθήνας των κλασικών χρόνων. Παράλληλα, ο Καστοριάδης θεωρώντας πολύτιμο εργαλείο την ικανότητα του ανθρώπου να αμφισβητεί την παράδοση, το εδραιωμένο, αυτό από το οποίο δύσκολα κανείς ξεφεύγει, βρίσκει την ευκαιρία να επισημάνει τόσο ότι η αμφισβήτηση αποτελεί βασική προϋπόθεση της αυτονομίας αλλά και ότι η παραπάνω στάση έχει ως οδυνηρή συνέπεια την αντίσταση στην καινοτομία και την ουσιαστική αλλαγή, με αποτέλεσμα κοινωνίες χωρίς ικμάδα, χωρίς ανανέωση, χωρίς ζωή.
Ο Καστοριάδης οραματίζεται ανθρώπους στους οποίους θα έχουν δοθεί τα απαραίτητα εφόδια ώστε να είναι σε θέση να εναντιωθούν στην προσκόλληση στο παλιό και στα προσκόμματα που στήνει σαν τείχη το συλλογικό θυμικό, το οποίο αρέσκεται να επαναπαύεται σε βολικά εδραιωμένα δεδομένα και μύθους που τροφοδοτούν αενάως την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και μεμονωμένα άτομα και ομάδες που τα προσωπικά τους συμφέροντα συνδέονται άμεσα με τη διατήρηση των παραδοσιακών πολιτικών και κοινωνικών δομών.
Το πέρασμα μιας κοινωνίας στη διαύγεια και την καθαρότητα της αυτοσυνειδησίας αποτελεί σταθερό ζητούμενο για τον πολιτικό και παιδαγωγικό Καστοριάδη καθώς η αυτοσυνειδησία αυτή θα κάνει τον άνθρωπο να σταθεί θαρρετά απέναντι σε σαθρούς παραδεδομένους- κληρονομημένους θεσμούς που εμποδίζουν ολόκληρη την κοινωνία να αναπνεύσει αέρα ανανέωσης, καθηλώνοντας την, κάτι που νομοτελειακά θα οδηγήσει σύντομα στον μαρασμό της.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι για τον Καστοριάδη η Αθήνα της κλασσικής εποχής λειτουργεί ως πολιτικό πρότυπο και ως πηγή έμπνευσης. Αυτό όμως που είναι αξιοσημείωτο είναι ότι ποτέ δεν την προσεγγίζει με αφέλεια, εθνικιστικό οίστρο, ενώ το γεγονός ότι η Αθηναϊκή δημοκρατία αποτελεί υπαρκτό πολιτικό μόρφωμα μέσα στην ιστορική πραγματικότητα, κάνει τον φιλοσοφικό του στοχασμό οξυδερκή, αισιόδοξο και ρεαλιστικό. Αναφορικά τώρα με την παιδαγωγική και την εκπαίδευση, είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι όταν ο Καστοριάδης αναφέρεται στην αρχαία ελληνική κοινωνία δεν παραλείπει να τονίζει ότι στη συγκεκριμένη κοινωνία η μετάβαση από τον μύθο στον λόγο, η αντικατάσταση δηλαδή του μυθολογικού τρόπου σκέψης που χαρακτηρίζει την αρχαϊκή ποίηση από τον ορθό λόγο της φιλοσοφίας και της επιστήμης, δεν πραγματοποιείται μέσω κάποιου μεσσιανισμού αλλά ακριβώς μέσω της φιλοσοφίας, της δημοκρατίας και της θεατροκρατίας, δηλαδή της τέχνης.
Ο Καστοριάδης αποδίδοντας τη γένεση της δημοκρατίας στην ανάδυση του κριτικού φιλοσοφικού λόγου, ο οποίος τρέφεται με την αμφισβήτηση, τον διάλογο, τον αντίλογο, την κριτική αντίληψη, καθιστά σαφή τη σημασία που δίνει μέσα στην εκπαίδευση στην αφύπνιση της κριτικής σκέψης του μαθητή αλλά και του δάσκαλου, στην ανάπτυξη της ικανότητας και των δύο να διαχωρίσουν με ευκρίνεια τη δόξα (γνώμη/παράσταση) από την αλήθεια και το φαίνεσθαι (φαίνομαι, αφήνομαι, αφήνομαι να ειδωθώ, εκδηλώνομαι) από το είναι.
Η εκπαίδευση στο μυαλό του Καστοριάδη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο οργανώνεται και εφαρμόζεται, ενώ η στενή σύνδεση φιλοσοφίας – δημοκρατίας και η αλληλεξάρτηση τους από την αμφισβήτηση και τον έλλογο αντίλογο, θα έπρεπε να αποτελούν βασικές αρχές στη θέσμιση, σύμφωνα με την γλωσσική επιλογή του Καστοριάδη, κάθε βιώσιμου και αποτελεσματικού εκπαιδευτικού συστήματος.
Άλλες κυρίαρχες παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές αρχές στο έργο του σπουδαίου διανοητή είναι η κατάργηση των ορίων ανάμεσα στην προσωπική και την κοινωνική αυτονομία, αφού η προέκταση της έννοιας της αυτονομίας και στον ιδιωτικό βίο, αναπόφευκτα θα επηρεάσει και την αυτονομία διδασκόντων και διδασκομένων, ως απαραίτητο προαπαιτούμενο της δημοκρατίας και κάθε δημοκρατικού θεσμού, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως και της εκπαίδευσης.
Η πρόταση του για την εκπαίδευση, σε όλο του το έργο, δε θα μπορούσε παρά να είναι αμιγώς πολιτική, αφού το κάθε εκπαιδευτικό σύστημα διαμορφώνεται από την κοινωνία μέσα στη οποία γεννιέται και με τη σειρά του τη διαμορφώνει και αυτό. Η κάθε πολιτεία οφείλει να εκπαιδεύει τους αυριανούς πολίτες της, και τονίζουμε την έννοια πολίτης εδώ, εφοδιάζοντας τους ώστε να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι, απόλυτοι κύριοι της μοίρας τους, η οποία αναγκαστικά ταυτίζεται με τη μοίρα της πόλεως τους εν γένει. Υπεύθυνος για την τύχη και την μοίρα της πολιτείας δε μπορεί παρά να είναι μόνο ο πολίτης ο οποίος πρέπει να μάθει να αυτενεργεί, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και δράσεις, πάντοτε βέβαια σύμφωνα με τους νόμους και το Σύνταγμα που όμως θα έχει εκείνος ψηφίσει. Εδώ ο Καστοριάδης τονίζει ότι η δημοκρατική κοινωνία και κατά συνέπεια το εκπαιδευτικό σύστημα που θα βασίζεται και θα απορρέει από αυτή, είναι αδιανόητα χωρίς την πραγματική αυτονομία των ατόμων και χωρίς τη δυνατότητα του καθενός να δημιουργήσει μόνος του, με σεβασμό πάντα στους νόμους και στους άλλους, το νόημα της ζωής του.
Βασικό πυλώνα του εκπαιδευτικού συστήματος σύμφωνα με τη φιλοσοφία της εκπαίδευσης στον Καστοριάδη, αποτελεί η ανάπτυξη μέσα στο σχολείο γνήσια ελεύθερων ανθρώπων και εδώ να αναφέρουμε ότι για τον ρηξικέλευθο αυτό στοχαστή με την εξαιρετική μόρφωση και τη σπάνια οξύνοια η ελευθερία έχει διττή έννοια : αυτονομία τόσο σε κοινωνικό, όσο και σε προσωπικό επίπεδο και η θετική της έννοια εκπορεύεται από την επιθυμία και τη θέληση του ατόμου να είναι αυτεξούσιο και αυτόφωτο. Να συμπληρώσουμε εδώ ότι ο Καστοριάδης θα ήθελε τον πολίτη άθεο και αποδεσμευμένο και αποχρωματισμένο μεταφυσικά, ενώ λόγω της ιδιότητας του ως ψυχαναλυτή, μας μιλάει για την πολιτική αξία της αποκάθαρσης του ανθρώπινου ψυχισμού από τις θρησκευτικές εξαρτήσεις. Πραγματικά, η ψυχική διαφάνεια που αποτελεί στόχο της ψυχανάλυσης, με τη σταδιακή διαύγαση των σκοτεινών πλευρών του ασυνείδητου, είναι απολύτως φυσικό να εμπνέει στον Καστοριάδη την πολιτική διεύρυνση της διαφάνειας και την ταυτόχρονη εφαρμογή της σε κοινωνικό και ατομικό επίπεδο, και κατά συνέπεια και στην παιδεία.
Πολίτης – αυτενέργεια – αυτονομία : τρεις έννοιες- φάροι του έργου του Καστοριάδη που τον προβληματίζουν σε όλα ανεξαιρέτως τα βιβλία του, σε όλες τις συνεντεύξεις του. Το ιδανικό μόρφωμα που και το εκπαιδευτικό σύστημα ως καθρέφτης και αντανάκλαση της κοινωνίας οφείλει να δημιουργήσει α) αυτό του πολίτη, είναι η αυτονομία του και β) αυτό της κοινωνίας, είναι η αυτο-δημιουργία της. Βέβαια, ο Καστοριάδης τονίζοντας την αυτο-νομία των πολιτών στάθηκε και στην παρερμηνεία που θα ήθελαν πολλοί να δώσουν : πρέπει να τονίσουμε ότι, όταν μιλάμε για αυτο-νομία, δεν εννοούμε σε καμία περίπτωση την ανευθυνότητα ή την διάθεση των ανθρώπων να καταντήσουν την πόλη ζούγκλα, αλλά αντίθετα αυτονομία σημαίνει υπακοή στους νόμους και αυτοπεριορισμό των ίδιων της των πολιτών, σε ένα  ελάχιστο κοινών κανόνων – αξιών και σκοπών.
Ο Καστοριάδης μιλώντας για την εκπαίδευση στα βιβλία, στα άρθρα, στα σεμινάρια, στις διαλέξεις και τις συνεντεύξεις του, επισημαίνει ότι δεν μπορούμε να χωρίσουμε την εκπαίδευση από την συνολική κοινωνική κατάσταση. Βασική προϋπόθεση για να υπάρξει πραγματική, γνήσια εκπαίδευση – με την αυστηρή έννοια του όρου – είναι η εξής :η εκπαιδευτική διαδικασία να γίνεται αντικείμενο επένδυσης και πάθους και από τους εκπαιδευτές και από τους εκπαιδευόμενους. Με λίγα λόγια, τονίζει ο Καστοριάδης, αν δεν υπάρχει έρωτας, παιδαγωγικός έρωτας μέσα στην εκπαίδευση, δεν υπάρχει εκπαίδευση. Εάν κάποιος κάτι μαθαίνει στο σχολείο είναι διότι, διαδοχικά, έναν καθηγητή σε κάποια τάξη – και στο πανεπιστήμιο ακόμα – τον ερωτεύεται και τον ερωτεύεται διότι βλέπει ότι αυτός ο ίδιος ο καθηγητής είναι ερωτευμένος με το μάθημα που διδάσκει.
Και μιλώντας για εκπαίδευση, με τα όσα λέει αναφέρεται και στην παιδεία, αλλά και στην παιδαγωγική επιστήμη ευρύτερα. Γνωρίζει καλά ότι ενώ η εκπαίδευση βελτιώνει νοητικά τον άνθρωπο και του παρέχει τη γνώση για την μεγιστοποίηση των υλικών του αγαθών και την επικράτηση του πάνω στη φύση, η Παιδεία απευθύνεται στην καρδιά και στην ανθρώπινη φύση του, που τον διαφοροποιεί από τα άλλα όντα του ζωικού βασιλείου και τον διδάσκει τις πανανθρώπινες αξίες της Αλήθειας, της Δικαιοσύνης και της Ελευθερίας.
Εδώ εντοπίζεται η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στις δύο επίμαχες έννοιες ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-ΠΑΙΔΕΙΑ.
Η Εκπαίδευση προσφέρει στον άνθρωπο τις γνώσεις και τις δεξιότητες για να λειτουργήσει ορθολογικά με στόχο στην αύξηση της παραγωγής, την βελτίωση των συνθηκών της ζωής του ή την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του χωρίς όμως να ενδιαφέρεται για το που θα οδηγήσει η αναπόφευκτη σύγκρουση συμφερόντων, υποτασσόμενη μάλιστα σ’ αυτά. Η Παιδεία αντίθετα του χαρίζει ηθική και πνευματική ολοκλήρωση, αναβαθμίζει πολιτιστικά τον άνθρωπο και τον θέτει προ  των ευθυνών του για το μέλλον του τονίζοντας του την κοινή μοίρα των θνητών  κατοίκων του πλανήτη γη.
Και ο Καστοριάδης γνωρίζοντας καλά ότι πραγματική εκπαίδευση δεν νοείται χωρίς παιδεία, επαναφέρει το δίλημμα : ο πολίτης πρέπει να έχει γενικές ή ειδικές γνώσεις ; Στην ερώτηση αυτή η απάντηση του είναι σαφής : πρώτον οι ειδικοί θα πρέπει να βρίσκονται στην υπηρεσία των πολιτών και όχι στην υπηρεσία κάποιων πολιτικών και δεύτερον οι πολίτες μαθαίνουν να κυβερνούν κυβερνώντας. Αυτά τα δύο όμως στοιχεία δεν είναι αρκετά. Για να είναι ικανοί οι άνθρωποι να ασχοληθούν με τα κοινά, θα πρέπει να έχουν λάβει την ανάλογη παιδεία. Το αγκάθι όμως βρίσκεται στο γεγονός ότι η σύγχρονη παιδεία – και εδώ έχει ιδιαίτερη σημασία ότι ο Καστοριάδης μιλώντας στην εποχή του καταφέρνει με τρόπο μοναδικό και άκρως διορατικό να μιλάει για την δική μας – η σύγχρονη παιδεία λοιπόν δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το παραπάνω αίτημα. Στο σχολείο, αν το δούμε προσεκτικά τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, παίρνουμε εξειδικευμένες γνώσεις χωρίς το σχολείο να δημιουργεί υπεύθυνους πολίτες, χωρίς το σχολείο να είναι ιδιαιτέρως στραμμένο στα κοινά. Και ενώ στο σχολείο θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Καστοριάδη, να αναλύεται σε βάθος κάθε τι που αφορά στους οικονομικούς, τους κοινωνικούς και τους πολιτικούς μηχανισμούς ( και τονίζω εδώ ότι ο Καστοριάδης αναφέρεται σε πολιτικούς και όχι σε κομματικούς μηχανισμούς) και θα έπρεπε να υπάρχουν μαθήματα πραγματικής ανατομίας της σύγχρονης κοινωνίας, τα σχολεία σήμερα έχουν αποκοπεί εντελώς από την πραγματική κοινωνία και τις ανάγκες της έχοντας μετατραπεί σε κάτι απολύτως μη ελκυστικό για τους μαθητές αφού το μόνο που καταφέρνουν είναι να επιβάλλουν στους μαθητές συσσώρευση απολύτως εξειδικευμένων γνώσεων έχοντας αφαιρέσει εντελώς από τα εκπαιδευτικά προγράμματα δύο πολύ σημαντικές παραμέτρους : τον διδάσκοντα ως παιδαγωγό και την χαρά, την απόλαυση- θα τολμήσω να πω -της μάθησης.
Ο Καστοριάδης αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ότι τα σχολεία είναι ανίκανα να διδάξουν ακόμα και Ιστορία και ότι τα παιδιά βαριούνται στο μάθημα της Ιστορίας ενώ πρόκειται για ένα μάθημα που θα έπρεπε να είναι συγκλονιστικό. Και θα αναρωτηθώ εγώ, σε μια πολλαπλή ρητορική περισσότερο ερώτηση : ποια ιστορία, ποιας περιόδου, ελληνική, παγκόσμια, σε ποια τάξη, πώς, από τις πηγές, χωρίς τις πηγές ;
Ο Καστοριάδης σκέφτεται και προτείνει. Και η σύνδεση που υπάρχει στον φιλοσοφικό στοχασμό του μεταξύ της εκπαίδευσης, της παιδείας, της κοινωνίας και της πολιτικής, με όλα αναφέραμε παραπάνω, είναι σαφής. Πέρα από τον παιδαγωγικό έρωτα, την ανάγκη αλλαγής των θεσμών, τη δημιουργία από το εκπαιδευτικό σύστημα υπεύθυνων πολιτών με ενδιαφέρον για τα κοινά, ο Καστοριάδης επισημαίνει ότι στις μέρες μας οι εκπαιδευτικοί ασχολούνται πολύ περισσότερο με τις επαγγελματικές τους διεκδικήσεις, οι γονείς ασχολούνται με το πάρει το παιδί ένα « χαρτί», ενώ τα παιδιά ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από την επένδυση των όσων μαθαίνουν. Κατά συνέπεια, έτσι, δεν μπορεί να υπάρξει εκπαίδευση.
Και ο Καστοριάδης συνεχίζει χωρίς να αφήνει κανένα περιθώριο παρανόησης. Αναφέρεται στον Πλάτωνα ο οποίος συνήθιζε να μιλάει για κάτι που στις μέρες μας φαντάζει πολυτέλεια και όχι μόνο στο εκπαιδευτικό μας σύστημα : την αισθητική. Έλεγε λοιπόν ο Πλάτων ότι ακόμα και οι τοίχοι της πόλης εκπαιδεύουν τους ανθρώπους κάτι που είναι μια τρομερά σημαντική και βαθειά αλήθεια. Η εκπαίδευση ενός ανθρώπου, μας λέει ο Καστοριάδης, η παιδεία ενός ανθρώπου αρχίζει από την ηλικία μηδέν και φτάνει ως την ηλικία ωμέγα, δηλαδή τη στιγμή που θα πεθάνει, καθώς ο άνθρωπος διαμορφώνεται συνεχώς, διαμορφώνεται από όλα όσα προσλαμβάνει, απ’όλα όσα τον περιβάλλουν. Ας σκεφτούμε όλοι μαζί για λίγο τι διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος περπατώντας, βλέποντας την Ακρόπολη, την Αγορά, την Στοά κλπ και τι διαμόρφωση υφίσταται ένας σημερινός Αθηναίος τριγυρνώντας μέσα σ’ αυτό το φριχτό τερατούργημα που λέγεται σήμερα Αθήνα έτσι όπως διαμορφώθηκε μέσα στα τελευταία 40-50 χρόνια πληρώνοντας σκληρό τίμημα στον βωμό της αστυφιλίας και της αντιπαροχής. Ας σκεφτούμε όλοι μαζί τι διαμόρφωση υφίστατο ένας αρχαίος Αθηναίος βλέποντας τραγωδίες στο θέατρο του Διονύσου και τι διαμόρφωση υφίσταται ένας σύγχρονος άνθρωπος βλέποντας ας πούμε τηλεόραση. Ας σκεφτούμε την ανάταση και το μεγαλείο, την ομορφιά του βλέμματος στη μία περίπτωση και την παρακμή και την έλλειψη καλαισθησίας στην άλλη.
Ένα γνήσιο εκπαιδευτικό σύστημα όπως το οραματίζεται και το περιγράφει ο Καστοριάδης στηρίζεται σε δύο γερούς πυλώνες : την φιλοσοφία και την πολιτική δράση. Στόχος του θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη της σκέψης και η ενασχόληση των μαθητών – πολιτών με την τύχη και τη μοίρα της κοινωνίας ώστε στη πράξη αυτοί να δουλέψουν αργότερα για μια κοινωνία που να είναι πιο ελεύθερη και πιο δίκαιη. Πρέπει το σχολείο να μπορεί μέσα από τη διδασκαλία της φιλοσοφίας να μάθει τους νέους ανθρώπους να προσπαθούν να ερμηνεύσουν τον κόσμο και να κάνουν και ένα βήμα παραπέρα προσπαθώντας να αλλάξουν τον κόσμο.
Για να υπάρξουν όλα αυτά πρέπει να υπάρξει μια άλλη στάση απέναντι στην ίδια τη ζωή και τη γνώση. Πρέπει το εκπαιδευτικό σύστημα να δημιουργεί ανθρώπους φωτεινούς, αυτόνομους, ελεύθερους, μαθαίνοντας τους να σκέφτονται, να δημιουργούν, διδάσκοντας αξίες όπως ο σεβασμός, η αυτοπειθαρχία, η εντιμότητα, η ηθική ακεραιότητα, διδάσκοντας κυρίως την δια βίου μαθητεία στο δικαίωμα στην αμφισβήτηση. Το σχολείο πρέπει να διδάξει στον πολίτη να είναι πολίτης. Κανένας δεν γεννιέται πολίτης. Και πώς γίνεται αυτό ; Μαθαίνοντας να είναι, μας λέει ο Καστοριάδης. Και αυτή είναι η σημασία της προβολής της αθηναϊκής δημοκρατίας όχι ως μοντέλο και υπόδειγμα, αλλά ως πηγή στοχασμού και έμπνευσης για μια σύγχρονη και αυτόνομη κοινωνία. Το τρίπτυχο έρως του κάλλους, της σοφίας και του κοινού αγαθού, που προβάλλεται στον Επιτάφιο του Περικλή, συνιστά για τον Κορνήλιο Καστοριάδη το ουσιαστικό περιεχόμενο και τον σκοπό της δημοκρατίας, της παιδείας και της εκπαίδευσης.
Ας αφήσουμε τη σκέψη του να μας οδηγήσει :
« Ο κεντρικός λόγος της παιδείας σε μια δημοκρατική κοινωνία είναι αναμφισβήτητος. […] Και δεν μιλώ για την παιδεία που παρέχει το «υπουργείο Παιδείας», ή εν πάση περιπτώσει όχι κυρίως γι αυτήν, ούτε για μια νιοστή «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», με τη οποία, υποτίθεται, θα προσεγγίζαμε περισσότερο τη δημοκρατία. Η παιδεία αρχίζει με τη γέννηση του ανθρώπου και τελειώνει με τον θάνατό του. Συντελείται παντού και πάντα. Οι τοίχοι της πόλης, τα βιβλία, τα θεάματα, τα γεγονότα εκπαιδεύουν τους πολίτες —σήμερα δε κατά κύριο λόγο παρεκπαιδεύουν. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι μια δημοκρατία τέλεια, ολοκληρωμένη κ.λπ. μας πέφτει από τον ουρανό, είναι σίγουρο ότι δεν θα μπορέσει να επιζήσει περισσότερο από μερικά χρόνια, αν δεν δημιουργήσει τα άτομα που της αντιστοιχούν και που είναι, πρώτα και πάνω απ’ όλα, ικανά να την κάνουν να λειτουργήσει και να την αναπαραγάγουν. Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική κοινωνία χωρίς δημοκρατική παιδεία ».2
Και ας κρατήσουμε μέσα μας την προτροπή του :
«Σκεφτόμαστε δεν σημαίνει βγαίνουμε από το σπήλαιο , ούτε ότι αντικαθιστούμε την αβεβαιότητα των σκιών με τα ευδιάκριτα περιγράμματα των ίδιων των πραγμάτων , το τρεμουλιαστό φέγγος μιας φλόγας με το φως του αληθινού ήλιου . Σημαίνει μπαίνουμε στον Λαβύρινθο , πιο συγκεκριμένα κάνουμε να είναι και να φαίνεται ένας Λαβύρινθος , ενώ θα μπορούσαμε να είχαμε μείνει “ξαπλωμένοι ανάμεσα στα λουλούδια , ατενίζοντας τον ουρανό” (Rilke, Immer wieder…).Σημαίνει χανόμαστε μέσα στις στοές , που υπάρχουν μόνο επειδή τις σκάβουμε ακούραστα εμείς , περιστρεφόμαστε στο βάθος ενός αδιεξόδου του οποίου η είσοδος έχει κλείσει πίσω από τα βήματά μας – ώσπου η περιστροφή αυτή να ανοίξει ανεξήγητα βατές ρωγμές στο εσωτερικό τοίχωμα ». 3

Μαρία Ψαρούδη
Μεταδιδακτορική ερευνήτρια ΑΠΘ
Δρ. Φιλοσοφίας ΕΚΠΑ
Γλωσσολόγος – Θεατρολόγος

Επιστροφή

Leave comment

Your email address will not be published. Required fields are marked with *.