3 Ιουλίου, 2022 23:44

Τότε που δάκρυσαν τα δέντρα | Διήγημα τοπικού χαρακτήρα, του Κώστα Μακαριγάκη

Που λες, τ’ αγαπούσε πολύ τα χωράφια, ο Μιχάλης. Ήταν αυτό που λέμε «άνθρωπος της εξοχής». Στις δουλειές των χωραφιών εκτόνωνε τις δυνάμεις του και τα μεράκια του. Κι είχε περίσσια δύναμη. Παλληκάρι!
Στο χωριό, ήταν αθόρυβος. Ακόμα και στο καφενείο, όποτε πήγαινε, σπάνια συμμετείχε σε συζητήσεις και πολιτικά. Για κουτσομπολιά δε και καυγάδες, ούτε λόγος. Καθόταν, παράγγελνε «Μια γαζόζα» και άκουγε τους άλλους.
Τ’ αγαπούσε λοιπόν, τα χωράφια του. Μα, απ’ όλα πιο πολύ, αγαπούσε το χωράφι του στον Πενταυλό. Βλέπεις, εκείνος το έφτιαξε. Νιόπαντρος τότε, μαζί με την γυναίκα του την Μαρία το ξεχερσώσανε. Αυτός έσκαβε με τον κασμά και φτυάριζε, κι η «Μάρα του», ξεχώριζε τα χαλίκια και τα κουβαλούσαν με το ζεμπίλι στην χαλικούρα.
Έχτισε και αγρότοιχο στο κάτω μέρος της πλαγιάς για να συγκρατήσει το χώμα, ισοπέδωσε το έδαφος κι έκανε ένα ωραίο μακρόστενο «σκαλί». Μετά, του φύτεψε περίπου σαράντα σχιναράκια (νεαρά μαστιχόδεντρα), σε μια σειρά, κατά μήκος του χωραφιού.
Το έδαφος εκεί ήταν λεπτό, χωρίς πολύ χώμα. Όμως ο Μιχάλης τα φρόντιζε τα σχιναράκια. Κουβαλούσε με το μουλάρι νερό, στα δοχεία, με τα πετροσάνιδα και τα πότιζε. Τους έριχνε κοπριά, ως και χώμα έβαζε στις πρασιές τους. Κι εκείνα τα καημένα, λες και καταλάβαιναν τους μόχθους του, για να μην πάνε χαμένοι, έκαναν κουράγιο και προόδευαν και θέριευαν. Έδιναν και μαστίχι.
Τα χρόνια πέρασαν. Κι όπως θράφηκαν και μεγάλωσαν τα παιδιά του Μιχάλη και της Μαρίας, έτσι μεγάλωσαν κι οι σχίνοι. Κι όταν φούντωσαν τα κλαδιά τους κι ενώθηκαν του ενός με του άλλου, ήταν σαν τους λεβέντες που πιάνονται από τους ώμους για να χορέψουν τον χασάπικο.
Τους καμάρωνε ο Μιχάλης! Αφού, καμιά φορά, καθώς πήγαινε στο χωράφι καθισμένος στο μουλάρι, όταν τους έβλεπε από μακριά, τους τραγουδούσε κιόλας:

Βρε, σαράντα παλληκάρια ν από τη Λειβαδιά!

Είχε φυτέψει κι άλλα, πολλά δέντρα στα χωράφια του ο Μιχάλης αλλά, τους σχίνους στον Πενταυλό, τους είχε σαν παιδιά του.

Πέρασαν κι άλλα πολλά χρόνια, τα παιδιά του Μιχάλη και της Μαρίας είχαν φύγει και ζούσαν στην Αθήνα και κάποτε ο μπαρμπα-Μιχάλης, γέρος πια, αρρώστησε. Ήλθαν τα παιδιά, τον πήγαν σε γιατρούς και νοσοκομεία αλλά, είχε έρθει η ώρα του. Ο μπαρμπα-Μιχάλης έφυγε ήρεμα κι αθόρυβα, όπως έζησε.

Τα παιδιά, ζήτησαν να πάρουν την μητέρα τους στην Αθήνα αλλά, η θεια-Μάρα ήταν αμετάπειστη. «Εδώ είναι ο τόπος μου – εδώ θα πεθάνω» τους έλεγε. Έτσι, έμεινε στο χωριό, έρημη και σκοτεινή. Μαύρισε η καρδιά της κι έγινε όπως το μαντήλι του κεφαλιού της κι όπως τα ρούχα που φορούσε, χήρα πια.

Αργότερα, με βαριά καρδιά, -τι να κάμει;- άρχισε πάλι τις δουλειές στα χωράφια, όπως έκανε σ’ όλη της την ζωή. Τον Ιούνιο, είναι η εποχή που προετοιμάζουν τις πρασιές των σχίνων για να δεχθούν το μαστίχι. Ένα πρωί, ξεκίνησε για τους σχίνους στον Πενταυλό.

Καθισμένη στον γάιδαρο πήγαινε αλλά, όσο πλησίαζε προς το χωράφι, τόσο σκεφτόταν τον μπαρμπα-Μιχάλη. Ήξερε βλέπεις την αγάπη του για το χωράφι αυτό. Αναλογιζόταν τα νιάτα τους και την ζωή τους. Είχε φέρει την άκρη του μαντηλιού της στα χείλη της και κρατούσε το στόμα της. Κουνούσε το κεφάλι της θλιμμένα κι ούτε που έβλεπε πού πάει. Ευτυχώς, ήξερε ο γάιδαρος τον δρόμο, έφτασαν στο χωράφι.

Μόλις πέρασε την είσοδο, οι σχίνοι ξαφνιάστηκαν. Σαν να κουνήθηκαν τα κλαδιά τους. Ίσως, αεράκι φύσηξε; Πενήντα χρόνια, συνήθισαν, που τους έβλεπαν να έρχονται μαζί. Σήμερα, μόνη της…

Η θεια-Μάρα κρέμασε τα χέρια της και στάθηκε άπραγη στην είσοδο. Ο ουρανός συλλογισμένος, η γη ξερή, οι πέτρες του τοίχου ακίνητες, ως κι ο γάιδαρος δεν έσκυβε να φάει κανένα χορταράκι αλλά παρέμενε άπραγος κι αυτός. Νέκρα…

Κάποια στιγμή συνήλθε κι αποφάσισε να δουλέψει. Πήρε την άμια και άρχισε να καθαρίζει την πρασιά του πρώτου σχίνου, όταν παρατήρησε κάτι:

Χωρίς καμιά χαραξιά στα κλαδιά τους, οι σχίνοι έσταζαν μαστίχι!!!!!

Εκείνη τη στιγμή, όλη η συναισθηματική φόρτιση που σήκωνε στην ψυχή της η θεια-Μάρα, εκτονώθηκε. Γονάτισε και, εκεί στην πρασιά των σχίνων, κλαίγοντας, μοιρολόγησε τον άντρα της:

«Σήκου, Μιχάλη μου να δεις
εφέτος ίντα ‘γίνη
αφ’ τον δικό σου τον καημό
εκλάψανε κι οι σχίνοι!»

Έτσι είναι ο κόσμος, παιδιά μου! Όπως αγαπάει ο άνθρωπος την γη του, αγαπάει κι η γη τον άνθρωπό της.

Όλα έχουν ψυχή! Και η γη και τα ζώα και τα φυτά! Από το πιο θεόρατο δέντρο μέχρι το πιο μικρό μυρμηγκάκι. Όλα!

Κι όποιος πιστεύει πως αυτά δεν έχουν ψυχή, σημαίνει πως εκείνος δεν έχει ψυχή ικανή να τα καταλάβει.


Σ.σ. : Το να στάζουν μαστίχι οι σχίνοι, παρά το ότι δεν έχουν «κεντηθεί», είναι φυσικό φαινόμενο, σπάνιο βέβαια, που συμβαίνει όταν συνυπάρχουν κάποιες ειδικές συνθήκες. Όμως, η θεια-Μάρα, παρά την πολύχρονη πείρα της, το ερμήνευσε με βάση τα συναισθήματά της.

Life & Culture