23 Μαΐου, 2022 03:14

Πριν από την ιστορία: Οι επαναστατικές ανακαλύψεις που δεν γνωρίζουμε σε ποιους οφείλονται

Υπάρχει τίποτε πιο ανιαρό από τις βιτρίνες των μουσείων τις γεμάτες με θραύσματα αγγείων και με κομμάτια πυριτόλιθου; Ανώνυμα και σχεδόν όλα όμοια, είναι τοποθετημένα πάνω στα μπαμπακένια μαξιλαράκια τους, το καθένα με μια σκονισμένη επιγραφή στο πλάι. Οι περισσότεροι επισκέπτες μόλις καταδέχονται να τους ρίξουν μια βιαστική ματιά και τα προσπερνούν. Αλλά ας σταματήσουμε για μια στιγμή κοντά τους. Με τα αντικείμενα αυτά, με τα εργαλεία αυτά, οι μακρινοί πρόγονοί μας αντιμετώπισαν ένα σκληρό και ανελέητο κόσμο και η πορεία τους ώσπου να κυριαρχήσουν επάνω του δεν ήταν σύντομη. Αυτή η χοντροπελεκημένη πέτρα λόγου χάρη: ένα κάποιο ζωντανό πλάσμα, που θα διστάζαμε να το αναγνωρίσουμε έστω και για μακρινό πρόγονό μας, την έσφιξε κάποτε στη φούχτα του, λογάριασε το βάρος της, την ψηλάφησε κι ύστερα τη χρησιμοποίησε για να σπάσει ένα κόκκαλο και να βγάλει το μεδούλι του ή σαν όπλο για ν’ αντιμετωπίσει τον εχθρό που ήρθε να τον ληστέψει ή το αγρίμι που αναζητούσε τη λεία του. Κι’ αυτή η μικρή πέτρινη σφήνα; Κάποτε ήταν στερεωμένη στην άκρη ενός βέλους που κάποιος πρωτόγονος κυνηγός είχε ρίξει καταπάνω σε ένα ελάφι, καθώς το ξέκρινε να μακραίνει στο ξέφωτο του δάσους. Ή προσπάθησε να διαπεράσει τη θωράκιση ενός μαμούθ, όταν το πελώριο θηρίο είχε φτάσει σε απόσταση βολής. Κι αυτή η άλλη μυτερή πέτρα; Ίσως την είχε χρησιμοποιήσει κάποια γυναίκα για να ξύσει το αίμα και το λίπος από ένα τομάρι που της είχε φέρει ο κυνηγός σύντροφός της για να φτιάξει ένα ρούχο που θα την προφύλαγε από το κρύο. Έτσι, οι πληκτικές αυτές αρχαίες πέτρες παίρνουν διαφορετική σημασία. Αποκτούν ενδιαφέρον, σχεδόν μια ρομαντική γοητεία.

Πολλά από τα αντικείμενα αυτά έχουν ηλικία εκατό χιλιάδων ή ακόμη και μερικών εκατοντάδων χιλιάδων χρόνων. Στην Όλντουβάι Γκοτζ στην Τανζανία βρέθηκαν, με τις ανασκαφές, σε βραχότοπους, απολιθωμένα οστά που ίσως ανήκαν σε πιθηκάνθρωπο ή σε κάποιο ζώο που είχε ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Και μαζί, ανακαλύφθηκαν χοντροφτιαγμένα πέτρινα εργαλεία που, όπως φαίνεται καθαρά από το σκελετό του μικρόσωμου θηράματος που βρέθηκε εκεί κοντά, είχαν χρησιμοποιηθεί για το κυνήγι σε αναζήτηση τροφής. Το πλάσμα αυτό μπορεί να έζησε ως πριν από εφτακόσιες χιλιάδες χρόνια. Ανάλογα αντικείμενα βρέθηκαν και σε πιο αρχαίους ανθρώπινους οικισμούς που έχουν ως τώρα ανακαλυφθεί. Πολύ σωστά, λοιπόν, η πρώτη αυτή περίοδος της ιστορίας του ανθρώπου – περίοδος που περιλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του – ονομάστηκε παλαιολιθική εποχή.

Σε εποχές που βρίσκονταν έξω από τους υπολογισμούς των γεωλόγων και των αρχαιολόγων, οι πρόγονοί μας δεν είχαν παρά μόνο αυτά τα εργαλεία για την προστασία και την επιβίωσή τους. Και πόσο αργή πρέπει να ήταν η πορεία τους, πόσες ανακοπές, πόσες οπισθοδρομήσεις ή μεγάλες περιόδους αποτελματώσεως πρέπει να είχε η πορεία αυτή προς τα εμπρός! Δεν υπάρχουν χρονικά να αφηγηθούν την ιστορία των χιλιετιών που ακολούθησαν η μια την άλλη. Τα μόνα που μπορούν να μας βοηθήσουν να τις γνωρίσουμε είναι οι ποικιλόσχημοι αυτοί πυριτόλιθοι, βγαλμένοι από στρώματα ψαμμιτών ή συναγμένοι από σπήλαια που χρησιμοποιήθηκαν κάποτε για κατοικίες ή καταφύγια των μακρινών προγόνων μας. Για ένα πράγμα όμως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι: τα αντικείμενα από πυριτόλιθο και τα όπλα που έφτασαν ως εμάς, ακόμα και στην πιο χοντροφτιαγμένη μορφή τους, κάθε άλλο παρά αντιπροσωπεύουν τους πρώτους σταθμούς του ανθρώπου στην πορεία του προς τον πολιτισμό.

Τα πρώτα βήματα είναι τόσο παλαιά, ώστε μπορούν να τοποθετηθούν στην εποχή εκείνη που ο άνθρωπος δεν είχε αρχίσει ακόμα να χρησιμοποιεί τη φωτιά. Η πρώτη σίγουρη απόδειξη ενός δεσμού του ανθρώπου με τη φωτιά δίνεται από κάποιες εστίες στα σπήλαια του Τσου Κου Τιεν, κάπου κοντά στο Πεκίνο, που χρονολογούνται πριν από 350.000 χρόνια. Φαίνεται όμως ότι πρόκειται για περίπτωση εντελώς εξαιρετική. Αλλού δεν έχουν βρεθεί τέτοια ίχνη, κι όσα βρέθηκαν τοποθετούνται πολλές χιλιάδες χρόνια αργότερα. Στην Αφρική, λόγου χάρη, δεν υπάρχουν σημάδια ότι χρησιμοποιήθηκε η φωτιά σε εποχή παλαιότερη από 40.000 χρόνια. Πρέπει όμως να γίνει διάκριση ανάμεσα σε χρησιμοποίηση και σε παραγωγή της φωτιάς. Ο Sinanthropus ή άνθρωπος του Πεκίνου, ήξερε πώς να ζεσταθεί όταν οι ψυχροί άνεμοι φυσούσαν στις πεδιάδες, αλλά δεν υπάρχει ο παραμικρός λόγος να πιστέψουμε ότι είχε μάθει έναν από τους τρόπους να αποκτήσει τη φλόγα. Την αιχμαλώτισε από την πυρκαγιά ενός δάσους ή ίσως από μια ηφαιστειακή έκρηξη και ύστερα προσπάθησε απεγνωσμένα να την εμποδίσει να φύγει από τα χέρια του και να χαθεί. Μόλις πριν από δυο χιλιάδες χρόνια, υπήρχαν στην αρχαία Ρώμη οι περίφημες Εστιάδες που είχαν αναλάβει το χρέος να διατηρούν αναμμένη την ιερή φλόγα, από φόβο πως αν έσβηνε ξαφνικά, φοβερές συμφορές θα έπεφταν στην πόλη. Η αρχαιότερη μαρτυρία παραγωγής φωτιάς, ανεξάρτητα από τη χρήση της, είναι ίσως ο αναπτήρας που βρέθηκε σε κάποιο υπόγειο σπήλαιο στην Κραπίνα της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Η κατασκευή του μπορεί ίσως να τοποθετηθεί πριν από 100.000 χρόνια. Αν είναι έτσι, οι Ευρωπαίοι βρίσκονταν από τότε κιόλας στην πρωτοπορία του πολιτισμού.

Με τις μυτερές πέτρες που του χρησίμευσαν για να φτιάξει σφυριά και πελέκια, γλύφανα, μαχαίρια, αιχμές για κοντάρια και βέλη, ο άνθρωπος αντιμετώπισε την περίοδο των παγετώνων, που, για πολλούς χρόνους, είχε σκεπάσει τη γη με πυκνό στρώμα πάγου. Στα λιγότερο ψυχρά μεσοδιαστήματα, μπορεί να είχε κάνει μερικές προόδους, αλλά όχι εντυπωσιακές, από όσο τουλάχιστον είμαστε σε θέση να κρίνουμε. Ο άνθρωπος ήταν ακόμη περιπλανώμενος πάνω στη γη, κυνηγός μικρών αγριμιών, ψαράς ίσως στο ρυάκι και στο ποτάμι, άπληστος συλλέκτης σπόρων και άγριων καρπών, χωρίς να περιφρονεί τα σκουλήκια ή τα έντομα ή οτιδήποτε άλλο που θα μπορούσε να φαγωθεί. Με το πέτρινο πελέκι του είχε μάθει να φτιάχνει πιρόγες. Με το ίδιο εργαλείο έκοβε δέντρα στο δάσος και είχε έτσι τους κορμούς και τα κλαδιά που του χρησίμευαν για να στήνει καταφύγια και για να στηρίζει τους τοίχους στις κατοικίες που έσκαβε μέσα στη γη. Έχοντας στη διάθεσή του τη φωτιά, μπορούσε να πραγματοποιήσει μεγάλα βήματα προς τα εμπρός: να ζεσταίνεται τη νύχτα ή το χειμώνα, να κάνει πιο ορεκτική και ευκολοχώνευτη την τροφή του, ψήνοντάς την στην θράκα ή στη φλόγα, περασμένη στη σούβλα.

Για την κοινωνική οργάνωση δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα. Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι ο άνθρωπος περιπλανιόνταν κατά οικογενειακές ομάδες (πατριές), όπου ο αρχηγός ήταν ο πιο ηλικιωμένος ή ο πιο δυνατός από τους αρσενικούς, που νοιαζόταν να μη καταφρονά κανείς τα προνόμιά του.

Υπάρχει κάτι ακόμα που πρέπει να σημειώσουμε για τις εποχές εκείνες του βασανιστικού μόχθου των φοβερών κινδύνων; Ναι, υπάρχει κάτι που, όταν θελήσουμε να το προσέξουμε, δικαιολογημένα μας εντυπωσιάζει: κάτι απροσδόκητο, ιδιαίτερα σημαντικό. Στον κόσμο είχε εμφανιστεί η τέχνη!

Στα σπήλαια της Γαλλίας, της Ισπανίας κι αλλού, βρίσκουμε τις πινακοθήκες τέχνης του προϊστορικού ανθρώπου. Μακριά από το φως της ημέρας, σε βαθιές γωνιές που μόλις φωτίζονταν με δαδιά, οι κυνηγοί – καλλιτέχνες ζωγράφισαν τις λείες επιφάνειες με απεικονίσεις ζώων και ανθρώπων που τα κυνηγούσαν, και σε κομμάτια άργιλο ή σε μαλακή πέτρα σκάλιζαν φιγούρες γυναικών σωματώδεις ή σε χονδροειδή παραμόρφωση. Ποιος ήταν ο λόγος αυτής της δραστηριότητας; Οι ειδικοί της προϊστορίας μιλούν για μαγικές τελετουργίες με σκοπό την αύξηση της γονιμότητας του ανθρώπου ή των ζώων ή την επιτυχία στο κυνήγι. Ωστόσο, καθώς δεν έχουμε καμιά άμεση εξήγηση του πράγματος, δεν μπορούμε παρά να μένουμε έκπληκτοι μπροστά στην αναπάντεχη και πλουσιότατη αυτή άνθηση καλλιτεχνικών ταλέντων.

Πέρασαν οι γενεές σε μακρές χρονικές περιόδους για τις οποίες τίποτα δεν είναι γνωστό. Η μια εποχή παγετώνων ακολουθούσε την άλλη, με περιόδους σχετικής θερμότητας του κλίματος ανάμεσά τους, όταν υποχωρούσαν οι παγετώνες. Μαμούθ, αρκούδες, ρινόκεροι τριγύριζαν στην Ευρώπη και τη Βόρεια Ασία, και ύστερα από τη μακριά ημέρα ακολουθούσε μια ατέλειωτη νύχτα. Οι άνθρωποι, μερικοί από τους ανθρώπους, παραμόνευαν τον ερχομό και τη φυγή τους. Ανίσχυροι αντίκρυ σε αυτά τα θηρία κι ωστόσο, με επιδέξια χέρια και μυαλό ικανό να καταστρώνει σχέδια για την πρόοδο, κατάφεραν να επιβιώσουν. Κάποτε, το τελευταίο στρώμα του πάγου υποχώρησε προς τον Πόλο και οι ανθρώπινες φυλές, ύστερα από αυτό, πλήθυναν όπως πλήθυναν και οι ικανότητές τους. Στις ανοιχτές και γόνιμες πεδιάδες άρχισαν να παίρνουν το δρόμο για μια αδιάκριτη αν όχι πάντα σταθερή πρόοδο. Η αρχαία μακροχρόνια εποχή της πέτρας έκλεισε και οι τελευταίες φάσεις της περιόδου των παγετώνων χαρακτηρίζονται ως μεσολιθική εποχή.

Και ήδη πρόβαλλε η νεολιθική εποχή. Η πιο σημαντική, αναμφισβήτητα, περίοδος ολόκληρης της ανθρώπινης ιστορίας. Είμαστε περήφανοι, και δικαιολογημένα, για τις κατακτήσεις της νεώτερης επιστήμης και τεχνολογίας. Θα έπρεπε, ωστόσο, να θυμηθούμε ότι οι βασικές ανακαλύψεις και εφευρέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται ο πολιτισμός μας πραγματοποιήθηκαν από την αρχή της ιστορίας. Είναι μια οφειλή μας στη μνήμη των λησμονημένων σκαπανέων, που, έχοντας πίσω τους μια μικρή κληρονομιά από εμπειρίες, με βασική φροντίδα την καθημερινή εξοικονόμηση της τροφής, χωρίς πληροφορίες για το τι είχε συμβεί πριν από αυτούς, αδίστακτα διακινδύνευσαν, εξερεύνησαν, πειραματίστηκαν.

Αυτή ήταν η πρώτη από τις οικονομικές επαναστάσεις στην ανθρώπινη ιστορία. Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η επανάσταση αυτή έγινε αναγκαία από τις κλιματολογικές μεταβολές που ακολούθησαν την υποχώρηση των παγετώνων. Τα πελώρια ζώα των αρχαιοτέρων εποχών, που οι άνθρωποι κυνηγούσαν και σκότωναν, ξεμάκρυναν από τις υγρές πεδιάδες, τις σκεπασμένες με δάση που, τουλάχιστον στην Ευρώπη, δεν είχαν, τώρα πια, παρά ελάχιστα φυτά κατάλληλα για τη διατροφή τους. Οι κυνηγοί αντιμετώπιζαν δυσκολίες, αλλά οι πιο τολμηροί έλυσαν το πρόβλημα που γινόταν τώρα ιδιαίτερα πιεστικό: ανακάλυψαν τη γεωργία. Σιτάρι και καλαμπόκι φύτρωναν στη βορειοανατολική Αφρική και στη νοτιοδυτική Ασία και σε αυτές ακριβώς τις περιοχές, ή σε μερικά τμήματά τους, άρχισε κιόλας η καλλιέργεια των δημητριακών.

Αν μπορέσουμε μόνο να ξέρουμε ποιος έκανε τα πρώτα βήματα και πώς! Ίσως να ήταν γυναίκες που αναζητούσαν τροφή στις κοιλάδες και που, ανασκαλεύοντας τη γη, ξεχέρσωσαν τυχαία ένα μικρό χωράφι όπου είχαν την έκπληξη να βρούνε, ύστερα από μερικούς μήνες, φυτά σιταριού που είχαν φυτρώσει και μεγάλωναν. Στο μυαλό τους άρχισε σιγά – σιγά να γεννιέται η ιδέα του συσχετισμού ανάμεσα στο ανασκάλεμα των σβόλων της γης και στη βλάστηση των φυτών και μιμήθηκαν το παράδειγμα που τους έδινε η φύση, με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Ή μπορεί μερικά σπυριά σιτάρι να είχαν θαφτεί μαζί με κάποιο γέροντα και όταν αργότερα οι άνθρωποι της φυλής ζυγώσανε στον τάφο βρήκαν τα πράσινα κοτσάνια που είχαν φυτρώσει στο ανάχωμα. Συχνά διατυπώθηκε η γνώμη ότι οι ανοιξιάτικες θυσίες των πρωτόγονων ανθρώπων για την εξασφάλιση πλούσιας συγκομιδής (στην αρχή ανθρωποθυσίες κι αργότερα θυσίες ζώων) είχαν την αρχή τους σε κάποιο τυχαίο περιστατικό, όπως αυτό που αναφέραμε παραπάνω.

Το πρώτο γεωργικό εργαλείο ήταν ένα ραβδί μυτερό στην άκρη και ίσως σκληρυμένο στη φωτιά. Το κομμάτι αυτό του ξύλου που χρησιμοποιούσαν για σκάψιμο, έγινε λισγάρι και, με μια κοφτερή πέτρα στην άκρη του, δημιουργήθηκε ο πρόγονος της τσάπας. Το πρώτο αλέτρι φαίνεται πως ήταν ένα παρόμοιο κομμάτι ξύλου που τέλειωνε σε μιαν ακονισμένη πέτρα, και που το έχωναν και το έσερναν στη γη και σίγουρα θα πρέπει να θεωρηθεί μεγαλοφυΐα εκείνος που είχε την καλή ιδέα να χρησιμοποιήσει ένα ζώο, ένα βόδι λόγου χάρη, γι’ αυτή τη σκληρή δουλειά. Όταν το σιτάρι ήταν ώριμο για συγκομιδή το έκοβαν με μια πέτρα σε σχήμα δρεπανιού. Ήταν η εποχή που οι άνθρωποι είχαν ανακαλύψει την κατεργασία και τη λείανση της πέτρας – του γρανίτη και του διορίτη – και δεν περιορίζονταν πια στη χρήση του πυριτόλιθου. Το τσεκούρι από λειασμένη πέτρα είναι πράγματι το χαρακτηριστικό εργαλείο της νεολιθικής εποχής.

Τα υπομονετικά βόδια ήταν από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν, αλλά η προτεραιότητα ανήκει σίγουρα στον σκύλο. Είναι πιθανό πως ο σκύλος δεν περίμενε να τον εξημερώσουν αλλά έκανε αυθόρμητα τα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. Ζούσε πολύ κοντά στη νομαδική φυλή και πρόσφερε καλές υπηρεσίες εξαφανίζοντας τα απορρίμματα. Γρήγορα έδειξε τι ήταν ικανός να επιτύχει σαν σύμμαχος στο κυνήγι και στη φύλαξη. Αποδείχτηκε χρήσιμος κυρίως για να επιτηρεί το άγριο κοπάδι και να το ξαναφέρνει τη νύχτα στο μαντρί. Τα μαντριά ήταν χώροι περίφρακτοι με αγκαθωτά φυτά, αργότερα όμως οι άνθρωποι σχεδίασαν κι έχτισαν τα μεγάλα πεζούλια που χαρακτηρίζουν τις κοιλάδες της Αγγλίας και πολλών άλλων χωρών. Κοπάδια από μικρά και μεγάλα ζώα γύριζαν τη νύχτα σε αυτούς τους περιφραγμένους χώρους. Κι ενώ άντρες και γυναίκες συνάζονταν κοντά στη φωτιά του καταυλισμού, οι σκύλοι, γύρω από το φράχτη, παραμόνευαν, όλο αυτιά, τους λύκους ή τις αρκούδες που θα ζυγώνανε.

Από τις πιο σημαντικές συνέπειες της σποράς του σταριού ήταν η ανάγκη να μένουν οι άνθρωποι κοντά στον τόπο της καλλιέργειας ή τουλάχιστον να ξαναγυρίζουν όταν πλησίαζε ο καιρός της συγκομιδής. Από την κατάσταση του κυνηγού που βρίσκεται πάντα σε κίνηση, ο άνθρωπος πέρασε στο στάδιο της εγκαταστάσεως σε έναν ορισμένο χώρο. Η κατοικία έγινε ανάγκη, από τη στιγμή που ήταν υποχρεωμένος να μένει στον ίδιο τόπο χειμώνα – καλοκαίρι. Είχε γεννηθεί η ιδέα του σπιτιού, ενός χώρου όπου νέοι και γέροι ζούσαν μαζί, όπου αποθηκεύονταν τα δημητριακά, κλείνονταν τα νεαρά ζώα, ενός χώρου, ακόμα, δεμένου με ευτυχισμένες αναμνήσεις, γιορτές, έρωτες, γάμους. Και δεν βρίσκονταν σε μακρινή απόσταση απ’ αυτόν τον χώρο οι τάφοι όπου τιμημένα πρόσωπα κοιμόντουσαν τον τελευταίο ύπνο.

Η αποθήκευση του σταριού απαιτούσε κατάλληλα δοχεία. Ως τότε, οι κοίλοι κορμοί των δέντρων είχαν ανταποκριθεί αρκετά καλά σε αυτόν το σκοπό, αλλά είχε φτάσει η στιγμή να βρεθεί κάτι πιο πρόσφορο και αποτελεσματικό. Το πρώτο δοχείο ήταν ίσως ένα κομμάτι άργιλος όπου ο πρωτόγονος εφευρέτης είχε πιέσει την κλειστή γροθιά του. Σύντομα όμως άρχισαν να εκτιμούν την εξαιρετική πλαστικότητα αυτού του υλικού, που, κατά κάποιον ανεξήγητο τρόπο, σκληραινόταν όταν έμενε λίγο πάνω σε αναμμένα κάρβουνα. Οι πρώτοι αγγειοπλάστες πρέπει να έβρισκαν ιδιαίτερα ικανοποιητική τη δραστηριότητά τους κι έτσι άρχισαν με τον καιρό να λειαίνουν και να τορνεύουν τη μαλακή άργιλο και, για να δώσουν χάρη στα προϊόντα της εργασίας του, τα διακοσμούσαν με το αποτύπωμα του νυχιού τους. Έτσι, το χέρι του ανθρώπου είχε δημιουργήσει την πρώτη άτεχνη διακόσμηση.

Στην παλαιολιθική εποχή υπήρχε ένας ορισμένος τύπος εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου: οι άνθρωποι έσκαβαν στο γύψο αναζητώντας τους πυριτόλιθους για τα όπλα και τα εργαλεία τους. Εδώ κι εκεί, όπως στο Γκραμς Γκραίηβς του Νόρφολκ, μπορούμε να κατεβούμε στις στοές που είχαν ανοίξει οι αρχαίοι μεταλλωρύχοι και ίσως να συναντήσουμε ίχνη από τις δάδες τους και κομμάτια από τα πρωτόγονα εργαλεία τους. Αρκετές φορές μάλιστα βρέθηκαν και κόκαλα μεταλλωρύχων, που είχαν θαφτεί από κατάρρευση των τοιχωμάτων. Στη νεολιθική εποχή όμως, οι άνθρωποι άρχισαν, μεθοδικά, να αναζητούν μεταλλεύματα χαλκού και κασσιτέρου, χρυσού και ασημιού και μετεωρικού σιδήρου. Τα μέταλλα τράβηξαν ίσως την προσοχή του ανθρώπου όταν, από τα μεταλλοφόρα ορυκτά, που ακουμπούσε γύρω από τη φλόγα της φωτιάς, είδε να κυλάνε ξαφνικά λεπτά ρυάκια μετάλλου. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκαν ίσως τα μέταλλα μόνο για κοσμήματα και φυλαχτά. Αργότερα όμως οι άνθρωποι κατανόησαν ότι μπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν για πιο πρακτικές εξυπηρετήσεις. Έτσι, κατασκεύασαν εργαλεία από μέταλλο που έκοβαν καλύτερα τις πέτρες, και οι λεπίδες πήραν τη θέση των πέτρινων σκεπαρνιών. Ο άνθρωπος που έμαθε να χρησιμοποιεί τη φωτιά για να ελευθερώνει από τα πετρώματα το μεταλλικό τους περιεχόμενο σίγουρα απόκτησε μεγάλη δόξα αλλά προκάλεσε και κάποια υποψία ότι είχε μαγική δύναμη.

Μια άλλη από τις θεμελιακές ανακαλύψεις της νεολιθικής εποχής ήταν η κατασκευή ρούχων από το μαλλί των κατσικιών και των προβάτων. Ο άνθρωπος της παλαιολιθικής εποχής ήταν ντυμένος με τομάρια ζώων, αν δεν ζούσε, όπως ήταν ίσως η συχνότερη περίπτωση, εντελώς γυμνός. Η επεξεργασία των τομαριών ήταν δουλειά των γυναικών. Αφού γδέρνονταν το σκοτωμένο ζώο, οι γυναίκες καθάριζαν το δέρμα του από το αίμα και το λίπος, το χτυπούσαν με μεγάλες πέτρες, το ξέραιναν στον ήλιο ή στη φωτιά και το μαλάκωναν με τα χέρια ή τα δόντια τους. Όταν οι άνθρωποι της εποχής αυτής κατάλαβαν ότι το μαλλί που έπαιρναν με το κούρεμα των κοπαδιών έδινε καλύτερη φορεσιά από την προβιά του προβάτου, πάλι οι γυναίκες ήταν εκείνες που καταπιάστηκαν με αυτή τη δουλειά. Στους νεολιθικούς χρόνους, όπως και πριν έναν αιώνα ακόμα, η γυναίκα ήταν κλώστρα ή και υφάντρα. Ίσως η γυναίκα συνέλαβε την ιδέα να δέσει και να πλέξει βούρλα για να φτιάξει καλάθια: ήταν κι αυτό μια από τις πολλές εργασίες που απασχολούσαν τις προϊστορικές γυναίκες.

Αλλά η πιο σημαντική ανακάλυψη που τοποθετείται στη νεολιθική εποχή είναι πιθανότατα ο τροχός. Από αμνημόνευτους χρόνους οι άνθρωποι μετατόπιζαν βαριά φορτία πάνω σε κυλίνδρους από κορμούς δέντρων. Έτσι μεταφέρθηκαν και οι τεράστιες πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή Στόουνχεντζ και άλλων μεγαλιθικών μνημείων. Κάποιος, λοιπόν, ιδιαίτερα παρατηρητικός πρόγονός μας (δεν υπάρχει όμως λόγος να υποθέτουμε ότι αυτή ή οποιαδήποτε άλλη από τις μεγάλες ανακαλύψεις έγινε από έναν μονάχα άνθρωπο, σε μια μονάχα στιγμή, σε έναν μονάχα τόπο) μπορεί να εντυπωσιάστηκε με την ιδέα να περιορίσει το βάρος, αφαιρώντας το μεσαίο τμήμα του κυλίνδρου. Στα πρώτα αμάξια, ο άξονας και οι ρόδες αποτελούσαν ένα ενιαίο κομμάτι που περιστρεφόταν ολόκληρο κάτω από το αμάξι. Το επόμενο βήμα ήταν ο χωρισμός του άξονα από τις ρόδες: έτσι, ο άξονας έμεινε στερεωμένος στο αμάξι και μόνο οι ρόδες γύριζαν. Πολύ απλό. Αλλά για την ανακάλυψή του πρέπει να χρειάστηκαν πολλές μεγαλοφυείς παρατηρήσεις.

Περνώντας τώρα από τη στεριά στο νερό, πρέπει να πούμε ότι τα πρώτα πλεούμενα ήταν σκαμμένοι κορμοί δέντρων ή βάρκες φτιαγμένες από κλαδιά και κορμούς. Όταν δέρματα ζώων τεντώθηκαν πάνω σε ένα σκελετό από πλεγμένα κλαδιά είχε πραγματοποιηθεί ένα μεγάλο βήμα κι ακόμα μεγαλύτερο όταν χρησιμοποιήθηκε το δέρμα κάποιου ζώου σαν πανί ιστιοφόρου. Οι πρώτοι ψαράδες χρησιμοποιούσαν καμάκια, αλλά από την τελευταία φάση της παλαιολιθικής εποχής, ο άνθρωπος φαίνεται ότι κατασκεύασε αγκίστρια από κόκκαλο σε σχήμα κέρατου.

Αυτές είναι λοιπόν μερικές από τις κατακτήσεις των ανθρώπων που έζησαν στους αιώνες μετά την υποχώρηση των πάγων – των ανθρώπων της νεολιθικής εποχής. Από τα πολλά άλλα επιτεύγματα, εκείνο ίσως που αξίζει περισσότερο να αναφερθεί είναι η άρδευση, γιατί προϋποθέτει κάτι που δεν έχει ακόμη αναφερθεί σε αυτή την σύντομη επισκόπηση των προϊστορικών κατακτήσεων. Καλλιέργεια της γης, εξημέρωση των ζώων, αγγειοπλαστική, επεξεργασία των μετάλλων και όλα τα άλλα, μπορεί να έγιναν – και φαίνεται ότι πράγματι έγιναν – από μικρές ομάδες ανθρώπων. Η άρδευση όμως δεν μπορεί να πραγματοποιήθηκε από ένα μόνο άνθρωπο, ούτε από μια οικογένεια, ούτε από μια φυλή. Απαιτεί μελετημένη πρόβλεψη, προγραμματισμό, κατοχή και διάθεση ειδικών μέσων, υποταγή του ατομικού συμφέροντος στο καλό της κοινότητας, κι αυτό σημαίνει μια κάποια μορφή διακυβερνήσεως.

Οι άνθρωποι που τιθάσευσαν τις πλημμύρες της κοιλάδας του Νείλου και της Μεσοποταμίας βρίσκονταν πολύ μακριά από τους προϊστορικούς κυνηγούς και συλλέκτες. Ο μεμονωμένος άνθρωπος είχε παύσει να νομοθετεί, κατά κάποιον τρόπο, με μοναδικό γνώμονα τον εαυτό του. Η ιδέα ενός κοινού σκοπού είχε κερδίσει έδαφος ανάμεσα στους ανθρώπους. Ομάδες από προσωρινές κατοικίες είχαν γίνει μόνιμοι συνοικισμοί, που, μερικοί, σχεδόν σχημάτιζαν πολιτείες. Είχε καθιερωθεί η κατανομή της εργασίας, όχι μόνο ανάμεσα στα δυο φύλλα, αλλά και ανάμεσα σε γεωργούς και σιδηρουργούς, αγγειοπλάστες, βοσκούς, ψαράδες και τολμηρούς θαλασσοπόρους.

Οι άνθρωποι διαφοροποιήθηκαν. Μερικοί αναγνωρίστηκαν σαν πιο έμπειροι και πιο ειδικοί, κάποιοι μάλιστα εξηγούσαν όχι μόνο μυστηριώδη φαινόμενα, όπως οι πλημμύρες των ποταμών και οι παλίρροιες, αλλά και τις κινήσεις των άστρων, του ήλιου και του φεγγαριού. Υπήρχαν εκείνοι που περνούσαν πιο άνετα από τους άλλους, ζούσαν σε πραγματικά σπίτια, είχαν στην κατοχή τους αποθήκες γεμάτες δημητριακά, ενώ οι γυναίκες τους στολίζονταν με περιδέραια από νεφρίτη, κεχριμπάρι ή μικρά πέταλα από λαμπερό μέταλλο. Οι ταξικές διακρίσεις είχαν κάνει την εμφάνισή τους.

Και κάτι άλλο ακόμα πιο σημαντικό. Ορισμένοι άνθρωποι είχαν επινοήσει κάτι χαρακτηριστικά σημεία με τα οποία υποστήριζαν ότι μπορούσαν να επικοινωνούν με άλλα άτομα, ακόμα κι από μεγάλη απόσταση. Χάραζαν τα σημεία αυτά πάνω σε λείες πέτρινες επιφάνειες ή, με μυτερά ξυλάκια, πάνω σε πλάκες από μαλακή άργιλο. Ήταν η πιο επαναστατική από όλες τις ανακαλύψεις. Αλλά δε θα κατορθώνονταν χωρίς δοκιμές και πειραματισμούς, αμέτρητα λαθεμένα ξεκινήματα, σφάλματα, φάσεις στασιμότητας. Οι άνθρωποι της νεολιθικής εποχής δεν είχαν ιδέα γι’ αυτό που έκαναν, αλλά το έκαναν πολύ καλά.

Life & Culture